Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου, 2020
More
    Αρχική Ποίηση Βουτιά στο έργο της Πόλυς Μίλτου

    Βουτιά στο έργο της Πόλυς Μίλτου

    -

    Βουτιά στο έργο της Πόλυς Μίλτου

    Μερικά αποσπάματα από τα ποιήματα και τα βιβλία της Πόλυς Μίλτου.

    ΑΠΟΨΕ Η ΝΥΧΤΑ ΜΟΥ…

    Απόψε η νύχτα μου θολή και σκοτεινή,
    στο βάθος η ομίχλη σβήνει τις σκιές.
    Ήλιε μου και φεγγάρι μου κι αστέρια μου,
    κρυφτήκατε στα νέφη της ντροπής μας;
    Σας μάγεψε η κακία της ημέρας;
    Μην κι αντικρίσετε το φωτισμό το γήινο
    και νιώσατε πόση κενότητα υπάρχει;
    Οι άνθρωποι, όπου περνούν,
    δημιουργούν ονείρατα (ή εφιάλτες),
    μα σαν κοιτάς της γειτονιάς το πάρκο,
    άδεια απομένουν τα παγκάκια και ρημάζουν.
    Είναι οι ψυχές που δεν αντάμωσαν ποτέ
    στη σιωπή τους ένα χάδι, μια καρδιά.
    Περνώ απόψε στα στρωμένα μονοπάτια
    από τα φύλλα που γυμνώνουν τα κλαδιά
    στο σύριγμα του βόρειου ανέμου.
    Και σιγοτραγουδώ για την αγάπη…
    Ένα στιχάκι ξεχασμένο στους πολλούς,
    ουρλιάζει σιωπηλά η ψυχή μου την αλήθεια
    και προσπερνώ τις ερημιές και χάνομαι.
    Πίσω, άδεια τα παγκάκια παραμένουν…
    Το δίλημμα ταράζει την ψυχή μου…
    Μη δεν απόμεινε άνθρωπος στη γη μας;
    Πάω να κλάψω και κανείς δε θα μ’ ακούσει!
    Πίσω, ο δρόμος… ερημώνει από νωρίς!

    Το βιβλίο Λίνα-Για την καρδιά του Φωτεινού είναι το πρώτο μιας σειράς νεανικής και όπως οι νέοι είναι δροσεροί, ιδεολόγοι και ανόθευτοι και η συγγραφέας ήθελε να ξεφύγει για μια φορά από την κατάχρηση της βίας και την περιγραφή μιας ωμής πραγματικότητας. Η «Λίνα» μιλάει για αλήθειες, πόνους, ίντριγκες, δυσκολίες, θανάτους, απόρριψη, ρατσισμό. Μιλάει όμως και για αγάπη, πολλή αγάπη, ευγένεια και κατανόηση.

    Η σειρά με τη Λίνα έχει γραφεί με απλή γλώσσα, ώστε να μπορεί άνετα να διαβαστεί από την ηλικία της εφηβείας… ως τα βαθιά γεράματα.

    «Ήταν ένα κοριτσάκι μόλις δεκαπέντε χρονών και ήταν Χριστούγεννα. Όλα ήσαν όμορφα στολισμένα γύρω, όλοι έλαμπαν ντυμένοι στα πιο επίσημα ρούχα κι εκείνη, σχεδόν παιδί, έφθασε στην εκκλησία ντυμένη στα μαύρα. Παρακάλεσε τη Χαρά και ανέβηκε στο γυναικωνίτη κι εκεί διάλεξε μια απόμερη γωνιά. Εκείνο το πρωινό ξύπνημα τής είχε ανάψει τη νοσταλγία στην ψυχή της, ένιωθε μιαν απέραντη λαχτάρα να είχε κι αυτή μια οικογένεια, να γιόρταζε με τους δικούς της, να ρουφούσε την αγάπη τους. Από τη θέση της έβλεπε κάτω το εκκλησίασμα, όλοι λαμπροντυμένοι, όλοι με τους δικούς τους, με τις οικογένειές τους, γιόρταζαν τη γιορτή της αγάπης. Η Λίνα τι να γιόρταζε;»

    «…Σαν πέρασε κι άλλο η ώρα και το μεγάλο αρχοντικό ερήμωσε απ’ όλον τον κόσμο, δήλωσαν και οι Δέρι πως έπρεπε κι εκείνοι να φύγουν κάποτε. Ήταν ήδη πολύ αργά και… είχαν κι ένα μωρό στο σπίτι.

    Αμέσως μαράθηκε η Λίνα, ένιωσε σα να της είχαν στερήσει ξαφνικά όλη της την ανάσα… Ο Λουκάς που την πρόσεξε, δεν έχασε την ευκαιρία να αστειευτεί γελαστά:

    _ Μπα, τι ύφος είναι αυτό; Λες και θα πας στην άκρη του κόσμου! Αύριο πάλι μαζί θα είστε!… Εντάξει, κοριτσάκι; Πάμε τώρα;…

    Ο ολόξανθος νέος τούς έβγαλε μέχρι έξω. Κι ενώ οι άλλοι κατέβαιναν τις σκάλες, το χέρι του κράτησε απαλά τη Λίνα, την ανάγκασε να μείνει πίσω μαζί του. Κι όταν οι Δέρι απομακρύνθηκαν, έσκυψε πάνω της και την κοίταξε κατάματα, σφίγγοντας το χέρι της ζεστά μέσα στα δικά του και της είπε τρυφερά:

    _ Πρέπει να φύγεις, γλυκιά μου, ξέρουμε και οι δύο ότι δε γίνεται αλλιώς! Όμως να ξέρεις πως εγώ θα μετράω τις μέρες με αγωνία, μέχρι να περάσουν γρήγορα και να φθάσει εκείνη η ευλογημένη στιγμή που θα έρθεις και πάλι εδώ, κι αυτή τη φορά δε θα φύγεις, αλλά θα μείνεις μαζί μου για πάντα! Θα σε περιμένω!…

    Έσκυψε και άλλο, μα βλέποντάς την που ταράχτηκε, άγγιξε τα ακροδάχτυλά της με ένα απαλό φιλί, κι έπειτα άνοιξε τα χέρια του και την άφησε ελεύθερη να φύγει,… «να πετάξει μακριά», όπως τα περιστέρια. Η Λίνα ήξερε πως τους έβλεπαν, γι’ αυτό και τραβήχτηκε αμέσως γεμάτη ντροπή και γυρίζοντας απότομα, κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και βιάστηκε να μπει στο αυτοκίνητο. Τότε μόνο τόλμησε να ξανακοιτάξει προς τα πάνω. Ο Αναστάσης ήταν ακόμα εκεί, ακίνητος και πανέμορφος σαν αλαβάστρινο άγαλμα, την παρακολουθούσε με το βλέμμα και σαν ξεκίνησε το αυτοκίνητο, της έκανε νόημα χαμογελώντας, στέλνοντάς της έναν τελευταίο χαιρετισμό. Ο Λουκάς πρόσεξε την αναστάτωσή της και την πείραξε καλόκαρδα:

    _ Τι έγινε, Σταχτοπούτα μου; Χτύπησε δώδεκα! Για κάνε έναν έλεγχο αν φοράς και τα δυο σου γοβάκια ή… μήπως το ένα το κράτησε ο ωραίος πρίγκιπας;…»

    Το «Εκείνο το ένα ευρώ» έχει γλώσσα σκληρή και η αλήθεια του ίσως και να σοκάρει, επειδή είναι γραμμένο καθαρά για ενήλικες.

    Σειρά διηγημάτων, που ως πίνακες συναισθημάτων – κεντημένων στον καμβά της ψυχής – δε δυσκολεύονται να μας γοητεύσουν, να μας συγκινήσουν αλλά και να ξεδιπλώσουν κάποια πτυχή του ενδότερου εαυτού μας. Και τούτο διότι η ανάγνωση δε γίνεται με τα μάτια. Γίνεται με την ψυχή μας, αρχικά …

    «… Μετά την εκκλησιά, στο γυρισμό για το σπίτι, το νιόπαντρο ζευγάρι στάθηκε για λίγο στη γέφυρα. Στη γνωστή τους γέφυρα! Εκεί η νύφη πέταξε την ανθοδέσμη και γυρίζοντας χάρισε στον άντρα της το πιο γλυκό της χαμόγελο.

    ……………………………………………………………………..

    _ Κάνε μια χριστουγεννιάτικη ευχή, πεφταστέρι μου! _ Καλά Χριστούγεννα, αγάπη μου! Σε μας και σε όλον τον κόσμο! Μες στην αγάπη! φώναξε δυνατά ο Φραγκίσκος και η βαθιά αντρική του φωνή σκορπίστηκε στον άνεμο, πέρασε μέσα από τις καμάρες της παλιάς γέφυρας και λες και άγγιξε τον ουρανό, γιατί αμέσως άρχισε να χιονίζει!…»

    Βουτιά στο έργο της Πόλυς Μίλτου

    Επεξεργασία εικόνας: Jim Vene

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here