Καταραμένοι ποιητές

Γράφει ο  Σπύρος Τάσιος

Σκοτεινοί, ασυμβίβαστοι, περιθωριακοί. Πολλοί έχουμε ακούσει τον όρο «Καταραμένοι ποιητές», αλλά ποιοι ήταν αυτοί και πώς γεννήθηκε η ορολογία και ποια τα χαρακτηριστικά τους;

Ο χαρακτηρισμός «καταραμένοι ποιητές» (Les Poètes Maudits) δημιουργήθηκε το 1832 όταν ο Alfred de Vigny στο έργο του «Stello» αποκαλεί τους ποιητές «τη ράτσα των παντοτινά καταραμένων από τους ισχυρούς της γης». Οι καταραμένοι αυτοί ποιητές διάγουν βίο εκτός κοινωνικών πλαισίων ή ακόμα και ενάντια σ’ αυτά. Η βία, η κατάχρηση ουσιών, το έγκλημα, η παραφροσύνη και κάθε μη κοινωνικά αποδεκτή κοινωνική πράξη, όπως και ο πρόωρος θάνατος, είναι κάποια από τα τυπικά στοιχεία στο βιογραφικό ενός καταραμένου ποιητή.

Καταραμένοι θεωρούνται οι Γάλλοι ποιητές Φρανσουά Βιγιόν, Κάρολος Μπωντλαίρ, Πωλ Βερλαίν, Λωτρεαμόν και Αρθούρος Ρεμπώ.

 

Φρανσουά Βιγιόν (1431-1464;)

Ο Φρανσουά Βιγιόν γεννήθηκε το 1431 και ορφάνεψε σε μικρή ηλικία. Θεωρείται ο πρώτος καταραμένος ποιητής χρονικά. Το 1455 εξορίστηκε από το Παρίσι επειδή μαχαίρωσε θανάσιμα έναν κληρικό. Έναν χρόνο αργότερα του δόθηκε χάρη, που δεν κράτησε πολύ, αφού το 1456 εξορίζεται εκ νέου για διάρρηξη σε κολέγιο. Το 1457 κλείνεται φυλακή για νέα παραπτώματα. Το 1462 κλείνεται πάλι φυλακή για ληστεία, αλλά αφήνεται και πάλι ελεύθερος. Για λίγο πάλι, αφού το 1463 συλλαμβάνεται σε συμπλοκή και καταδικάζεται σε θάνατο δια απαγχονισμού. Ένα χρόνο αργότερα η ποινή του μετατρέπεται σε δεκαετή εξορία από το Παρίσι. Από εκεί και πέρα τα ίχνη του εξαφανίζονται. Κατά τη διάρκεια που ήταν εξόριστος και κατά τον εγκλεισμό του στις φυλακές έγραψε τα περισσότερα ποιήματά του, τα οποία εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1489.

Ποιήματα που εκφράζουν με δηκτικό τρόπο τον αποτροπιασμό του για τις δυστυχίες της ζωής, τη φυλακή, την αρρώστια και θυμάται τη ζωή στα καπηλειά, τους αμφίβολους φίλους του και τις πόρνες που συναναστράφηκε. Ο Βιγιόν ήταν ένας λόγιος με ζωή αλήτη, ζωή που, ως επί το πλείστον, ήταν η έμπνευση για την ποίησή του.

Η Διαθήκη: Επιτάφιον

Εδώ κείτεται, και κοιμάται βαθιά μες στο μνήμα

Αυτός που η Αγάπη την περιφρόνησή του έκαμε θύμα, Ένας υπότροφος μικρός με τον έναν ή τον άλλον τρόπο Φρανσουά Βιγιόν ήταν τ’ όνομά του, γραμμένο με κόπο.

Ποτέ δεν αποκόμισε μια μπουκιά από αραποσίτη,

Ισχυρογνώμων μ’ όλα τα μέσα, καθώς ο καθείς γνωρίζει, Κρεβάτι, τραπέζι και καλάθι τα πάντα έχει λησμονήσει, Γενναίοι, τώρα το τραγούδι του έχει ξεκινήσει.

(απόδοση: Θ.Δ.Τυπάλδος)

 

Κάρολος Μπωντλαίρ (1821-1867)

Ο Κάρολος Μπωντλαίρ είναι ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της Γαλλικής, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πασίγνωστος για την ποιητική του συλλογή «Τα Άνθη του Κακού» τα οποία λογοκρίθηκαν μερικώς εκείνη την εποχή.

Για την ακρίβεια 6 από τα 100 ποιήματα της πρώτης έκδοσης θεωρήθηκαν «προσβολή των δημοσίων και καλών ηθών». Η γαλλική εφημερίδα La Figaro έγραφε: ‘’Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του κ. Μπωντλαίρ. Όμως ορισμένα άλλα, δε μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα–για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα’’.

Ο Μπωντλαίρ γεννήθηκε το 1821. Ο πατέρας του πέθανε το 1827 και η μητέρα του ένα χρόνο αργότερα παντρεύεται τον Συνταγματάρχη Οπίκ· κάτι που ο ποιητής δεν της συγχώρεσε ποτέ. Αποφασίζει να ζήσει ενάντια στις παραδοσιακές αστικές αξίες που ενσαρκώνει η μητέρα του και ο πατριός του.

Ταξίδεψε στις Ινδίες από όπου επέστρεψε χρεωμένος και αναγκασμένος να ζει υπό δικαστική επιτήρηση και διάγει άθλιο βίο (1842). Το 1848 παίρνει μέρος στα οδοφράγματα της μεγάλης επανάστασης και λέγεται ότι παρότρυνε τους επαναστάτες να πυροβολήσουν τον πατριό του. Ο Μπωντλαίρ πέθανε στο Παρίσι το 1867 από πάρεση και αφασία. Η δικαστική απόφαση του 1857 που λογόκρινε το έργο του δεν ανακλήθηκε πριν το 1949, οπότε έγινε αποκατάσταση του πλήρους έργου του Μπωντλαίρ.

Ο Αυτοτιμωρούμενος

Να σε χτυπήσω δίχως οργή Δίχως μίσος, σα χασάπης, Σαν το Μωυσή το βράχο!

Θα κάνω απ’ το βλέφαρό σου

Για να ποτίσω τη Σαχάρα μου

Ν’ αναβλύσουν του πόνου τα ύδατα. Ο πόθος μου, θρεμμένος μ’ ελπίδα

Στ’ αλμυρά δάκρυά σου θα επιπλεύσει

Σαν πλοίο που στο πέλαγος ξανοίγεται, Και στην καρδιά μου, που θα μεθύσουν Οι προσφιλείς σου λυγμοί, θ’ αντηχήσουν

Σαν τύμπανο που έφοδο χτυπά!

Μήπως δεν είμαι μια παράφωνη συγχορδία Μες στη θεία συμφωνία,

Χάρις στην αδηφάγο Ειρωνία Που με κινεί και με δαγκώνει;

Είναι μες τη φωνή μου, τη βροντόλαλη!

Είναι όλο μου το αίμα, τούτο το μαύρο φαρμάκι!

Είμαι ο δυσοίωνος καθρέφτης Όπου κοιτάζεται η Μέγαιρα!

Είμαι η πληγή και το μαχαίρι!

Είμαι το χαστούκι και το μάγουλο!

Είμαι τα μέλη και ο τροχός, Και το θύμα κι ο δήμιος!

Είμαι της καρδιάς μου ο βρυκόλακας,

-Ένας απ’ αυτούς τους μεγάλους εγκαταλειμμένους, Στο αιώνιο γέλιο καταδικασμένους,

Που δεν μπορούν πια να χαμογελάσουν!

(Μετάφραση: Δέσπω Καρούσου)

 

Πωλ Βερλαίν (1844-1896)

Ο Πωλ Βερλαίν γεννήθηκε το 1844 και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι το 1861. Στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με τους Μαλαρμέ και Άνατολ Φρανς, ενώ παράλληλα δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα «Mr Prudhomme».

Τρία χρόνια αργότερα κυκλοφορεί και η πρώτη του ποιητική συλλογή «Poemes Saturniens» (1866) όπου πηγή έμπνευσής του αποτέλεσε η ξαδέλφη του Ελίζα με την οποία ήταν ερωτευμένος. Τον Αύγουστο του 1870 παντρεύεται την δεκαεξάχρονη Ματίλντ Μοτέ. Την ίδια χρονιά αναλαμβάνει διευθυντικά καθήκοντα στο γραφείο τύπου της Παρισινής Κομμούνας. Ίσως ο φόβος για τα αντίποινα της Τρίτης Δημοκρατίας είναι ο λόγος για την μετέπειτα μποέμ στάσης ζωής του.

Γύρω στο 1871 γνωρίζει τον Άρθουρ Ρεμπώ για χάρη του οποίου εγκαταλείπει τη συζυγική εστία και τη νεογέννητη κόρη του. Η σχέση των δύο ποιητών έληξε όταν ο Βερλαίν μεθυσμένος πυροβόλησε και τραυμάτισε τον Ρεμπώ στον καρπό. Το περιστατικό αυτό οδήγησε τον Βερλαίν σε διετή κάθειρξη. Στη φυλακή ασπάστηκε τον Ρωμαιοκαθολικισμό και όταν αποφυλακίστηκε εργάστηκε ως δάσκαλος Γαλλικών σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας. Ο θάνατος της μητέρας του το 1896, καθώς και του αγαπημένου του μαθητή λίγα χρόνια νωρίτερα, όπως επίσης και οι αποτυχημένες προσπάθειες επανασύνδεσης με τη γυναίκα του, τον οδήγησαν στον έκλυτο βίο του παρελθόντος.

Ξεχασμένοι σκοποί

Μου κλαίει ψιχάλα στην καρδιά καθώς στην πόλη σιγοβρέχει. Τι να’ ναι τούτη η ανημποριά που μου ναρκώνει την καρδιά;

Γλυκό τραγούδι της βροχής

στις στέγες πάνω και στο χώμα.

Στη στεναχώρια μιας ψυχής ω εσύ τραγούδι της βροχής!

Κάτι θρηνεί χωρίς αιτία

στην καρδιά τούτη που λιγώνει.

Πως έτσι; Καμιά προδοσία; Η θλίψη αυτή δεν έχει αιτία. Και είν’ ο μεγάλος πόνος ίσως το να μην ξέρω γιατί μόνος,

χωρίς αγάπη, δίχως μίσος,

μέσα μου υπάρχει τόσος πόνος.

(Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας) Λωτρεαμόν (1846-1870)

 

Λωτρεαμόν ή Κόμης του Λωτρεαμόν

Ήταν το ψευδώνυμο του Ιζιντόρ Ντικάς, ονομασία που πιθανώς να προέρχεται απ’ το ομώνυμο γαλλικό μυθιστόρημα του Eugene Sue.

Ο Λωτρεαμόν γεννήθηκε το 1846 στο Μοντεβίδεο όταν ο πατέρας του εργαζόταν εκεί στο Γαλλικό προξενείο. Δεν είναι γνωστά ούτε εξακριβωμένα πολλά από τα βιογραφικά του στοιχεία. Το 1867 πρέπει να ταξίδεψε στο Παρίσι για να δώσει εξετάσεις για την Πολυτεχνική σχολή και τη Σχολή Μεταλλειολόγων. Στη σύντομη ζωή του ο Λωτρεαμόν κατάφερε να ολοκληρώσει μόλις δύο έργα,

«Τα Άσματα του Μολντορόρ» (πεζό έργο με ποιητικό χαρακτήρα) και «Ποιήματα», απ’ τα οποία, όσο ζούσε, δημοσιεύτηκαν μόνο τα «Ποιήματα». «Τα Άσματα του Μολντορόρ» δε δημοσιεύτηκαν είτε λόγω κάποιας οικονομικής διένεξης είτε λόγω του φόβου του εκδότη για κάποια ποινική δίωξη, διότι για τα δεδομένα της εποχής ήταν πολύ προκλητικό έργο. Ο κεντρικός ήρωας είναι κάποιος εγκληματίας που θέλει να αποδείξει ότι οι άνθρωποι είναι εν γένει κακοί και διακατέχονται από αρρωστημένα πάθη. Ο Λωτρεαμόν πέθανε το 1870 σε ηλικία 24 ετών πιθανότατα από κάποια μολυσματική ασθένεια.

Απόσπασμα από «Τα Άσματα του Μολντορόρ»

Γέρο – ωκεανέ,

τα νερά σου είναι πικρά.

Έχουν την ίδια γεύση της χολής,

που στάζει η κριτική στις Καλές Τέχνες, στις Επιστήμες και γενικά στα πάντα.

Κι αν τύχει κάποιος να είναι μεγαλοφυής, αυτοί τον βγάζουν βλάκα,

και τον άλλον με το λυγερό κορμί, απαίσιο καμπούρη.

Σίγουρα, ο άνθρωπος θα πρέπει να αισθάνεται έντονα την ατέλειά του,

για να της κάνει τέτοια κριτική, που άλλωστε κατά τα τρία τέταρτα, οφείλεται στον ίδιο. Χαίρε ωκεανέ

 

Αρθούρος Ρεμπώ (1854-1891)

Ο Αρθούρος Ρεμπώ γεννήθηκε το 1854 στη βορειοανατολική Γαλλία. Τα νεανικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την εγκατάλειψη από τον πατέρα του, πιθανόν λόγω της δύστροπης μητέρας του. Η ίδια δεν στήριζε την καλλιτεχνική φύση του Ρεμπώ, αφού υποστήριζε πως κάθε λογοτεχνικό έργο είναι ανώφελο.

Τις τάσεις φυγής του πατέρα υιοθέτησε αργότερα και ο ίδιος ο Ρεμπώ, ο οποίος έλεγε πως απ’ τη μέρα που γεννήθηκε μπουσούλησε για να αναζητήσει νέες περιπέτειες και περιπλανήσεις. Υπήρξε ένα παιδί- θαύμα που πηδούσε τάξεις λόγω ευφυΐας. Κανένας δε θα περίμενε ότι αυτός ο νέος θα εξελιχθεί σε έναν τόσο δύστροπο και ενοχλητικό άνθρωπο για τον περίγυρό του. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του συμβολισμού και επηρέασε τη μοντέρνα ποίηση. Από το έργο του ξεχωριστή θέση έχουν οι ποιητικές συλλογές «Εκλάμψεις» και «Μια εποχή στην Κόλαση». Η δεύτερη είναι αυτή που δημοσίευσε μόνος του.

Όλα τα υπόλοιπα έργα του εκδόθηκαν είτε χωρίς τη θέλησή του είτε εν αγνοία του. Σταμάτησε να ασχολείται με την ποίηση στα είκοσι του χρόνια. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε η περιπλάνησή του σε διάφορες χώρες του κόσμου όπου έζησε ως επαίτης, εργάτης, μισθοφόρος, παιδαγωγός και επιχειρηματίας.

Οι λογοτεχνικοί κύκλοι στο Παρίσι τον απέφευγαν γιατί για την εποχή είχε δύο χαρακτηριστικά που δεν μπορούσαν να παραβλέψουν· ήταν ομοφυλόφιλος και αναρχικός. Όπως επίσης δεν άντεχαν και τους άξεστους τρόπους του. Ο ποιητής Λέο Βαλάντ είχε γράψει για τον Ρεμπώ:

«Μεγάλα χέρια, μεγάλα πόδια, αληθινά παιδικό πρόσωπο που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει σε δεκατριάχρονο, βαθυγάλανα μάτια, μάλλον άγρια παρά συνεσταλμένα – αυτός είναι ο νεαρός που με τη φαντασία του, τις εκπληκτικές δυνατότητες και την αχρειότητά του έχει συναρπάσει ή φοβίσει όλους τους φίλους μας».

Η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται ενώ είχε από χρόνια εγκαταλείψει την ποίηση. Ο Ρεμπώ πέθανε το 1891 από καρκίνο των οστών. Όταν ήταν άρρωστος, σε πολύ άσχημη κατάσταση, κάποιος γνωστός του τον ρώτησε τη γνώμη του για την ποίηση και τη λογοτεχνία. Ο Ρεμπώ έκανε ένα μορφασμό δυσαρέσκειας και απάντησε: «Τι σημασία έχουν τώρα όλα αυτά; Χέσ’ τη την ποίηση».

Μια εποχή στην Κόλαση

Αν θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα

κρασιά κυλούσαν.

Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.

Και τη βρήκα πικρή. Και τη βλαστήμησα.

Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα.

Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου.

Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη.

Μ’ ύπουλο σάλτο, χίμηξα σα θηρίο πάνω σ’ όλες τις χαρές να τις σπαράξω.

Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας, τα κοντάκια των όπλων τους.

Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο.

Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.

Κυλίστηκα στη λάσπη.

Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.

Ξεγέλασα την τρέλα.

Κι’ η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλιο του ηλίθιου.

Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά,

λέω ν’ αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.

Το κλειδί αυτό είν’ η συμπόνοια.

Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.

«Θα μείνεις ύαινα…». Ολολύζει ο διάβολος :

και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.

«Φτάσε στο θάνατο μ’ όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου, τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα !»

Αχ ! απαύδησα.

Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές.

Περιμένω μερικές βδελυρότητες, αναδρομικά.

Ωστόσο, για σάς, τους εραστές της απουσίας του περιγραφικού η διδακτικού ύφους σ’ έναν συγγραφέα, για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από το σημειωματάριο ενός κολασμένου.

Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here