Τρίτη, Οκτώβριος 15, 2019
More
    Αρχική Λόγω Τεχνών Νικόλαος Γύζης - Μεγάλοι Έλληνες Ζωγράφοι

    Νικόλαος Γύζης – Μεγάλοι Έλληνες Ζωγράφοι

    -

    Νικόλαος Γύζης

    Γράφει η Μαρία Σάντα

    Ο Νικόλαος Γύζης (1842 – 1901) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Διακρίθηκε σε όλα τα χρόνια των σπουδών του και πήρε τα πρώτα βραβεία στην ξυλογραφία, τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία.

    ΓύζηςΓεννημένος στο Σκλαβοχώρι της Τήνου, μετοικεί στην Αθήνα το 1850 με την οικογένειά του, όπου αρχίζει να παρακολουθεί μαθήματα στο Σχολείο των Τεχνών, μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, αρχικά ως ακροατής και από το 1854 έως το 1864, ως κανονικός σπουδαστής.

    Με το τέλος των σπουδών του, γνωρίζεται με τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, με την μεσολάβηση του οποίου παίρνει υποτροφία από το Ευαγές Ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελίστριας της Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.

    Τον Ιούνιο του 1865 ο Γύζης φθάνει στο Μόναχο, όπου συναντά τον συνάδελφο και φίλο του Νικηφόρο Λύτρα, ο οποίος τον βοήθα να εγκλιματιστεί γρήγορα στο γερμανικό περιβάλλον. Κατά την παραμονή του στο Μόναχο συχνάζει στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου και την Παλαιά Πινακοθήκη όπου μαγεύεται από τον Ρέμπραντ, γίνεται δεκτός στον κύκλο του Leibl και συνδέεται φιλικά με τους ζωγράφους Franz von Defregger και Eduard Kurzbauer, που τον αγαπούν για τον ευθύ του χαρακτήρα. 

    Πρώτοι του δάσκαλοι στο Μόναχο είναι ο Hermann Anschütz και ο Alexander Wagner. Τον Ιούνιο του 1868 γίνεται δεκτός στο εργαστήριο του Karl von Piloty. Ολοκληρώνει τις σπουδές του στο Μόναχο το 1871 και τον Απρίλιο του 1872 επιστρέφει στην Αθήνα και μετατρέπει το πατρικό του σπίτι σε ατελιέ. Μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, ταξιδεύει το 1873 στην Μικρά Ασία.

    Απογοητευμένος από τις συνθήκες της Ελλάδας, τον Μάιο του 1874 εγκαταλείπει την Αθήνα και επιστρέφει στο Μόναχο. Το 1876, ταξιδεύει μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα στο Παρίσι και το 1877 έρχεται στην Ελλάδα, όπου παντρεύεται την κόρη του προστάτη του, Άρτεμη Νάζου. Επιστρέφοντας στο Μόναχο, όπου θα παραμείνει έως το τέλος της ζωής του, αρχίζει να συμμετέχει συστηματικά στις ετήσιες και τις διεθνείς εκθέσεις του Glaspalast. Το 1878, στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού, όπου συμμετείχε στο γερμανικό τμήμα, κερδίζει το τρίτο βραβείο, ενώ το 1879 στη Διεθνή Έκθεση του Μονάχου, διετέλεσε μέλος της κριτικής επιτροπής. Το 1880 ανακηρύσσεται επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου, το 1882 γίνεται αναπληρωτής καθηγητής και το 1888 εκλέγεται τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα.

    ΓύζηςΤο 1895 επισκέπτεται για τελευταία φορά την Ελλάδα, την οποία πάντα νοσταλγούσε, όπου όλοι τον αντιμετωπίζουν με δέος και το 1896 σχεδιάζει το Δίπλωμα των Ολυμπιακών Αγώνων. Το 1899 παίρνει μέρος στην Πανελλήνια Έκθεση της Αθήνας με το έργο «Η Δόξα των Ψαρών» και ένα χρόνο αργότερα παρουσιάζονται στην Παγκόσμια Έκθεση στο Παρίσι τα έργα του, «Νέος Αιώνας» και η «Εαρινή Συμφωνία». Αρρωσταίνει από λευχαιμία και πεθαίνει στις 4 Ιανουαρίου 1901 σε ηλικία 59 ετών στο Μόναχο, όπου και ετάφη. Σε γράμμα του τα Χριστούγεννα του 1900 έγραφε: «Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι». Μετά τον θάνατό του τιμήθηκε με έκθεση έργων του στην 8η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση του Glaspalast.

    Ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου», τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

    Ως γνήσιο τέκνο της Σχολής του Μονάχου ο Γύζης ενστερνίστηκε όλες τις αρχές των Γερμανών δασκάλων του, φτιάχνοντας έργα σπάνιας επιδεξιότητας μέσα στα όρια του ιστορικού ρεαλισμού και της ηθογραφίας. Ασχολήθηκε με την ηθογραφία, τη νεκρή φύση και το πορτρέτο, όμως ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1880 στράφηκε προς τα ιδεαλιστικά – αλληγορικά θέματα επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Συμβολισμό, εκφράζοντας με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο το νέο πνεύμα της εποχής.

    Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ζητά το 1887 από τον Γύζη αλλά και από τον Ιακωβίδη, με την ίδια ακριβώς επιστολή, να σχεδιάσουν τη σημαία του. Ο Γύζης αναλαμβάνει το έργο, φροντίζοντας να συζητήσει τα σχέδιά του με τον Ιακωβίδη, τον οποίο εκτιμά ιδιαίτερα. Το λάβαρο, που είναι επηρεασμένο από τα γλυπτά του ναού της Αφαίας, δε θα αρέσει σε όλους: «χονδροειδές εικόνισμα» και «ακαλαίσθητο κακοτέχνημα» είναι κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς που ο ζωγράφος θα αντιγράψει στις σημειώσεις του.

    Δύο από τα μεγάλα «γερμανικά» του έργα, οι «Ελεύθερες τέχνες και τα πνεύματα της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας», που κοσμούσαν την οροφή του Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών του Kaiserslautern και «Η Αποθέωση της Βαυαρίας» που κοσμούσε την αίθουσα συνεδριάσεων του Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών της Νυρεμβέργης, καταστράφηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Γύζης

    Μερικά από τα έργα του, όπως «Τα αρραβωνιάσματα» (1875) και «Το κρυφό σχολειό» (1885, συλλογή Εμφιετζόγλου), βασίζονται σε προφορικούς θρύλους της εποχής της Τουρκοκρατίας, των οποίων η αντιστοιχία στην ιστορική πραγματικότητα αμφισβητείται σήμερα, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την καλλιτεχνική αξία των παραπάνω έργων.

    Ένα από τα σημαντικότερα έργα του Γύζη είναι ο «Γέρος Χωρικός», που απεικονίζει έναν ηλικιωμένο Βαυαρό και φιλοτεχνήθηκε το 1883. Ο πίνακας αυτός είχε αγοραστεί στην Ετήσια Έκθεση της Λειψίας στις 20 Νοεμβρίου του 1913, στο αστρονομικό ποσοστό των 1.600 μάρκων της εποχής εκείνης, από την ιστορική Γκαλερί του Μονάχου Χάϊνεμαν. Ο πίνακας μνημονεύεται στα αρχεία της περίφημης Γκαλερί. Το έργο βρίσκεται σήμερα σε ιδιωτική συλλογή της Γερμανίας.

    Άτομο βαθιά θρησκευόμενο, στράφηκε αργότερα προς τις αλληγορικές και τις μεταφυσικές παραστάσεις. Τα λεγόμενα «θρησκευτικά» του έργα, με πλέον χαρακτηριστικό τον πίνακα «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται» (1895 – 1900), (Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου), αντιπροσωπεύουν τα οράματα του ώριμου πλέον καλλιτέχνη και δηλώνουν απερίφραστα τις υπαρξιακές του αγωνίες. Κυρίαρχο θέμα των ώριμων έργων του ήταν ο αγώνας του εναντίον του Κακού και η τελική νίκη του Καλού. Η σημαντικότερη μορφή σ’ αυτά τα έργα του είναι η γυναίκα, που άλλοτε εμφανίζεται ως Τέχνη, άλλοτε ως Μουσική, άλλοτε ως Άνοιξη, άλλοτε ως Δόξα, κλπ.

    Λάτρης της μουσικής, συνήθιζε να ζωγραφίζει υπό τους ήχους της και η επίδρασή της είναι ορατή σε έργα όπως η «Εαρινή Συμφωνία» και ο «Χορός Των Μουσών».

    Το έργο του υπήρξε πολύπλευρο, στο επίκεντρο ωστόσο πάντα βρισκόταν ο άνθρωπος. Η οικογένεια και τα βιώματά της ήταν το κύριο θέμα των ηθογραφιών του, ενώ ιδιαίτερη σημασία ο ζωγράφος έδινε στην απόδοση των παιδιών. Λιγοστοί είναι οι πίνακες που απεικονίζουν περιθωριακούς τύπους της κοινωνίας, καθώς και εκείνοι που αναφέρονται στην Τουρκοκρατία, με το «Κρυφό Σχολειό» να κυριαρχεί ανάμεσά τους – πολεμικά γεγονότα ο Γύζης δε ζωγράφισε ποτέ.

    Νεότεροι μελετητές του έργου του διακρίνουν ότι στα λιγότερο γνωστά ύστερα έργα του, και κυρίως στα σχέδιά του με κάρβουνο και κιμωλία, ο Γύζης δίνει μια εξπρεσιονιστική τάση απελευθέρωσης από τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό.

    Ο Γύζης φιλοτέχνησε επίσης αφίσες και εικονογράφησε βιβλία. 

    ΓύζηςΣημαντικότατο γνώρισμα της ζωγραφικής του Γύζη είναι η εξαιρετικά βιρτουόζικη προσέγγιση των θεμάτων του, με ιδιαίτερη αίσθηση της λεπτομέρειας και συνθέσεις αρτιότατα σχεδιασμένες με έντονη ευαισθησία στους χρωματισμούς. Είναι έργα που ακολουθούν πιστά τις διδαχές της σχολής του στο Μόναχο, που ήταν ιδιαίτερα συντηρητική, στόχευε στην ανάδειξη ρομαντικών και ιστορικών ιδεωδών και είχε μεγάλη απήχηση στη γερμανική και ευρωπαϊκή κοινωνία στα τέλη του 19ου αιώνα. Κατά κάποιον τρόπο πρόκειται για την τελευταία «αναλαμπή» των παραδοσιακών «αναπαραστατικών» τεχνικών στη ζωγραφική πριν από την ολοκληρωτική επικράτηση του Μοντερνισμού, 3-4 δεκαετίες αργότερα.

    Ο Γύζης, όμως, δεν ακολουθούσε τη Σχολή του Μονάχου μόνο σε τεχνικό επίπεδο αλλά ασπάστηκε και τη θεματολογία που προωθούσε, με έντονες επιρροές από τον Ρομαντισμό και τον Νατουραλισμό, τα δύο κυρίαρχα κινήματα στις αρχές του 19ου αιώνα. Παράλληλα, όμως, τα έργα του φέρουν στοιχεία και από το Μπαρόκ, παρουσιάζοντας συχνά το δραματικό σκότος του Rembrandt και του Caravaggio, με αποτέλεσμα μια συχνά πιο μυστικιστική και επιβλητική ατμόσφαιρα.

    Με αυτά τα κυρίαρχα εργαλεία δόμησε ο Γύζης την πολύπλευρη εικαστική του παραγωγή, που ακολούθησε τόσο τις λαϊκές παραδόσεις της Ελλάδας, όσο και τους πομπώδεις μύθους και δοξασίες της Βόρειας Ευρώπης. Ήταν ένας καλλιτέχνης που πατούσε σε δύο παραδόσεις και ήταν αγαπητός και στους δύο λαούς, καθώς μπορεί οι Έλληνες να εκτίμησαν ιδιαίτερα τα έργα του, αλλά και οι Γερμανοί των χαρακτήρισαν ως «Γερμανικότερο των Γερμανών».

    Οι μύθοι και οι παραδόσεις παρουσιάζονται στα έργα του με έναν γοητευτικό μυστικισμό, όπου ο θεατής γίνεται μάρτυρας σκηνών συγκίνησης, πνευματικότητας και συναισθήματος. Το «Κρυφό Σχολειό», ίσως το πιο γνωστό του έργο στην Ελλάδα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της θεματολογίας του. Ουσιαστικό θέμα δεν είναι η απλή απεικόνιση του ιερέα και των μαθητών, αλλά η ιερότητα της γνώσης και η σημασία της διάδοσής της ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες.

    Με παρόμοιο τρόπο ο Νικόλαος Γύζης προσωποποιεί έννοιες στην πορεία της δουλειάς του, από τη Δόξα και την Ιστορία μέχρι την ίδια την Τέχνη, έχοντας ως κύριο άξονα την ανάδειξή τους μέσα στην κοινωνία. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο τρόπος που συχνά συνδυάζει τα χριστιανικά του πιστεύω με τις αρχαιοελληνικές αναφορές του Ευρωπαϊκού Ρομαντισμού, όταν οι μορφές του πατάνε με το ένα πόδι στους αγγέλους και με το άλλο στις μούσες.

    Αυτές οι προσωποποιημένες ιδέες έχουν χαρακτηριστικά αποκομμένα από την πραγματικότητα, μια απαστράπτουσα ψυχρή σοφία που αρμόζει σε έννοιες τόσο διαχρονικές και σημαντικές, έννοιες αδύνατον να παραλληλιστούν με έναν κοινό θνητό. Ο θνητός άνθρωπος στο έργο του Γύζη είναι όμως παρών και συνδιαλέγεται με αυτές τις έννοιες. Υπάρχει ως γλυκός και χαρούμενος άνθρωπος, καθημερινός και «εμποτισμένος» με τη σοφία της εμπειρίας, όχι τη σοφία της τελειότητας. Αυτός ο διάλογος μεταξύ του θείου και του γήινου είναι που διατρέχει τα έργα του καλλιτέχνη, αναδεικνύοντας έτσι τις κύριες πτυχές του κόσμου μας, την αντιληπτή και τη φαντασιακή.

    Εντέλει, ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο των παραστατικών ζωγράφων της Ελλάδας για αυτήν ακριβώς τη θεματολογία που έχει ιδιαίτερο βάθος όσο κάποιος την ανακαλύπτει και τη βιώνει. Είναι ένας παραστατικός ζωγράφος που πασχίζει να ξεφύγει από την παράσταση θεματικά και να προβάλλει ιδεώδη, στο πρότυπο κάποιων μεγάλων Ευρωπαίων ζωγράφων του παρελθόντος. Η τέχνη του, πάνω από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του το 1901, εξακολουθεί να αγγίζει και να αποτελεί σημείο αναφοράς τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, αποδεικνύοντας ότι είναι ένας παγκόσμιος εικαστικός που δεν γνωρίζει σύνορα στην ακτινοβολία του.

    Ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί για την Ελλάδα και την ιστορία της κάτι παραπάνω από έναν σπουδαίο ζωγράφο, σχεδιαστή και χαράκτη. Είναι μία προσωπικότητα που συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής ταυτότητας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και ένας από τους πνευματικούς ηγέτες της διεθνούς φήμης «Σχολής του Μονάχου». Νικόλαος Γύζης

    Πηγή: Lifo & wikipedia

    artcoremagazine.gr

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    Απάντηση