Ήξερα από την πρώτη φράση ότι ο Κάρολος δεν θα γύριζε σπίτι του, γιατί «Το Στοιχειωμένο» σού το λέει χωρίς περιστροφές, κι εγώ, σελίδα με τη σελίδα, συνέχιζα να ελπίζω πως κάπου είχα καταλάβει λάθος.
Προσωπική άποψη: Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Ο Κυριάκος Αθανασιάδης, που έχει δουλέψει τριάντα χρόνια πάνω στα βιβλία των άλλων κι έχει γράψει περισσότερα από εβδομήντα δικά του, για ενήλικες αλλά και για παιδιά, υπογράφει το «Στοιχειωμένο», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Bell, σε σκληρόδετη έκδοση.
Πριν από μισό αιώνα περίπου, σε μια πόλη με θάλασσα, έξι αγόρια δέκα χρονών δεν έχουν καμία αμφιβολία πως η παιδική ηλικία έμεινε πίσω τους. Ο Τζάκσον, ο Σώτερ, ο Αράπης, ο Κάρολος κι άλλα δύο παιδιά, ανάμεσά τους κι ο αφηγητής, που το όνομά του δεν το μαθαίνουμε ποτέ. Ένα απόγευμα του χειμώνα βγαίνουν για αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν «περιπολία» και καταλήγουν μπροστά στο σπίτι που όλοι εκεί ονομάζουν απλώς Στοιχειωμένο, μια μεγάλη αρχοντική έπαυλη ερειπωμένη εδώ και τρεις και πλέον δεκαετίες, που σπάνια την προσπερνούσε πιτσιρίκος χωρίς να της πετάξει μια πέτρα. Εκείνη τη μέρα αποφασίζουν να μπουν μέσα. Για τον Κάρολο, ο αφηγητής ομολογεί πριν καν μας συστήσει την παρέα ότι τον σκότωσαν, έτσι, χωρίς κανέναν λόγο. Τα υπόλοιπα όμως ο Αθανασιάδης τα αφήνει να βγαίνουν ένα ένα, με τον ρυθμό που ανεβαίνουν στην επιφάνεια τα πράγματα που θα θέλαμε να ξεχάσουμε. Γιατί αυτός που μιλάει είναι πια μεγάλος άντρας, γυρίζει ξανά και ξανά σε εκείνο το απόγευμα, κι όσο θυμάται, η φωνή του γίνεται πάλι φωνή δεκάχρονου.
Μόνο του, ένα δεκάχρονο δεν θα περνούσε ποτέ εκείνη την πόρτα. Με πέντε φίλους δίπλα του, το δύσκολο είναι να μείνει απέξω.
Η παρέα με φόβισε περισσότερο από οποιοδήποτε δωμάτιο της έπαυλης. Τα αγόρια κινούνται σαν μικρός στρατός, κι εκείνος που μας τα διηγείται τα μετρά κάποια στιγμή σαν να ήταν ολόκληρο τάγμα, κι εκεί ακριβώς κατάλαβα πού κρύβεται ο αληθινός τρόμος του βιβλίου. Τον αφηγητή δεν τον εμπιστεύτηκα ούτε για μια σελίδα. Μιλάει ακατάπαυστα, και υποψιάζομαι πως το κάνει για να καθυστερήσει όσο αντέχει τη στιγμή που φοβάται να διηγηθεί. Πότε τον λυπόμουν και πότε θύμωνα μαζί του, ώσπου με πάγωσε μια στιγμή όπου, μέσα στο σπίτι πια, εύχεται να είχε έρθει χωρίς τους φίλους του, για να κρατήσει τα μυστικά της έπαυλης μόνο για τον εαυτό του, ένα δεκάχρονο που δεν θέλει να μοιραστεί ούτε το σκοτάδι. Κι ο Κάρολος; Τον είχα στο μυαλό μου σε κάθε σελίδα, βαρύ σαν πέτρα στην τσέπη, και κάθε φορά που το όνομά του έπεφτε στη σελίδα, ήθελα να τον πιάσω από το χέρι και να τον βγάλω από εκείνη την πόρτα.
Τι είχε γίνει σε εκείνο το σπίτι πριν φτάσουν τα παιδιά, το «Στοιχειωμένο» δεν το αποκαλύπτει. Ακούγονται φήμες για ένα κακό που κανείς δεν τολμά να ονομάσει, κι ο συγγραφέας το αφήνει εκεί, στο μισοσκόταδο. Στην αρχή αυτό με εκνεύρισε, ήθελα να μάθω, να ξέρω επιτέλους τι φοβάμαι. Όσο προχωρούσα όμως, καταλάβαινα πως αυτό ακριβώς το κενό κρατά τον φόβο ζωντανό, γιατί μέχρι το τέλος δεν μπορούσα να αποφασίσω αν τρέμω κάτι που ζούσε πράγματι μέσα σε εκείνους τους τοίχους ή κάτι που γέννησε το μυαλό έξι παιδιών με μεγάλη ανάγκη να φανούν γενναία. Το παραδέχομαι, δεν το έχω αποφασίσει ούτε τώρα. Ένα μόνο είναι βέβαιο σ’ αυτή την ιστορία, ότι εκείνο το απόγευμα η παρέα έχασε τον Κάρολο, κι αυτή η βεβαιότητα είναι πιο σκοτεινή από όλα τα φαντάσματα του σπιτιού.
Μετά τη νουβέλα έρχονται οχτώ διηγήματα, κι ο Αθανασιάδης αλλάζει εποχές και φωνές με μια άνεση που με ξάφνιασε, από την Αθήνα του Φειδία ως έναν κόσμο που έχει ήδη τελειώσει. Στο «Πρόσωπο» μιλάει ο ίδιος ο Φειδίας, που πλήρωσε με την ελευθερία του όσα έφτιαξε, και τον λάτρεψα γιατί δεν μετανιώνει ούτε στιγμή. Η «Λεγεών», με το πανάρχαιο κακό της, δεν με άφησε να ησυχάσω ούτε μια σελίδα. Το πιο απρόσμενο δώρο της συλλογής ήταν ο σκύλος. Στο διήγημα «Ο Εγώ γίνεται σύννεφο» βλέπουμε τα πάντα με τα μάτια ενός σκύλου που χρειάζεται απλώς να τον αγαπήσουν, και με συγκίνησε όσο δεν το περίμενα από ένα βιβλίο τρόμου.
Το «Kind of blue», που κλείνει τη συλλογή, το αγάπησα περισσότερο απ’ όλα τα διηγήματα στο «Το Στοιχειωμένο» είναι το μόνο που δεν σου φυλάει χτύπημα για το τέλος, μια ιστορία για τη μοναξιά και για την ανάγκη να βρεις κάποιον να μιλήσεις, κι ύστερα από τόσο σκοτάδι αισθάνθηκα σαν να άνοιξε επιτέλους ένα παράθυρο.
Στο «Στοιχειωμένο» αυτός που μου εντυπώθηκε περισσότερο απ’ όλους είναι ο άντρας που χρόνια μετά τα ξαναλέει όλα από την αρχή, επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Κι εμείς, άραγε, πόσα απογεύματα της παιδικής μας ηλικίας κουβαλάμε ακόμη, χωρίς να έχουμε τολμήσει ποτέ να τα διηγηθούμε ως το τέλος;
Περίληψη: «Χαμογέλασα ακόμη πιο πλατιά, τρέμοντας από μέσα μου
μην και με καταλάβουν. Σήκωσα τη μια μου παλάμη για να
κρύψω το στόμα μου καθώς τα δόντια μου έλαμπαν μέσα
στο μισοσκόταδο, και το καταλάβαινα. Θα νυχτώσει
σε λίγο. Α, ήταν νύχτα ήδη, και θα μας έτρωγε».
Κάποια σπίτια δεν είναι απλώς στοιχειωμένα. Πεινάνε κιόλας.
Το Στοιχειωμένο στέκει στην άκρη του παραλιακού μετώπου της πόλης σαν μια κακοφορμισμένη πληγή που δεν κλείνει. Εκεί, μέσα στη μυρωδιά της αποσύνθεσης και στον απόηχο ιστοριών για φαντάσματα που ψιθυρίζονται εδώ και δεκαετίες, η παρέα των δεκάχρονων αγοριών που μπήκε κρυφά στην παλιά, ερημωμένη έπαυλη με τα τυφλά παράθυρα, θα κάνει κάτι αδιανόητο. Κάτι που δεν είχε σχεδιάσει, και που δεν φαντάστηκε ποτέ πως θα μπορούσε να συμβεί. Χρόνια αργότερα, ο αφηγητής επιστρέφει στον τόπο που άλλαξε τη ζωή τους για να καταλάβει τι συνέβη, και να αναμετρηθεί με το παρελθόν.
Ένα σκοτεινό και ανατριχιαστικό ψυχολογικό αφήγημα για τη διάβρωση και την απώλεια της αθωότητας. Ένα βιβλίο που σε τραβάει μέσα στο ίδιο του το σκοτάδι και δεν σε αφήνει να ανασάνεις μέχρι την τελευταία του σελίδα.
Η έκδοση περιλαμβάνει και 8 διηγήματα
που δεν έχουν εκδοθεί ξανά σε βιβλίο.
Στοιχεία βιβλίου
Τίτλος: Το στοιχειωμένο
Συγγραφέας: Κυριάκος Αθανασιάδης
Εκδόσεις: Bell
ISBN: 978-618-5994-20-4
Σελίδες: 256
Έτος έκδοσης: 2026
Επιμέλεια: Ζωή Τσούρα
Δημιουργία κεντρικής εικόνας: Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ