Το μυθιστόρημα «Άντερσεν» του Αντώνη Τουμανίδη είναι μια σκοτεινή, σχεδόν υπνωτιστική έκπληξη που με τράβηξε αμέσως σε έναν κόσμο όπου το οικείο μετατρέπεται αριστοτεχνικά σε απόλυτη απειλή. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Προσωπική άποψη: Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Γνωστός πια ο συγγραφέας για την ατμοσφαιρική γραφή του, μας παραδίδει ένα βιβλίο που επιχειρεί να μπλέξει τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων με το αστυνομικό μυστήριο και τον τρόμο.
Η ιστορία, που αποτελεί το πρώτο μέρος της «Τριλογίας των δολοφόνων», πατάει πάνω στη μορφή του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, χωρίς όμως να αναπαράγει απλώς το έργο του. Ο Τουμανίδης μας προσφέρει ένα σκοτεινό αστυνομικό βιβλίο το οποίο διαποτίζεται από τον αυθεντικό, αρχέγονο τρόμο των παραμυθιών, προτού αυτά «λειανθούν» από την αθωότητα του 20ού αιώνα.
Μέσα από την έρευνα των εγκλημάτων, η πλοκή σκάβει κάτω από την επιφάνεια, αποκαλύπτοντας την ευθραυστότητα, την απόρριψη και τη μοναξιά, στοιχεία που χαρακτήριζαν τόσο τη ζωή του ίδιου του Δανού παραμυθά όσο και τα κίνητρα των ηρώων της ιστορίας, δημιουργώντας έναν επικίνδυνο ιστό ανάμεσα στην αστυνομική έρευνα και την καθαρή λογοτεχνία τρόμου.
Καταφέρνει να χτίσει ένα σύμπαν γεμάτο πολυεπίπεδους συμβολισμούς, αν και οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς σχετικά με τις απαιτήσεις ενός τέτοιου εγχειρήματος, ειδικά εφόσον μιλάμε για το εναρκτήριο μέρος μιας ευρύτερης τριλογίας. Υπάρχουν σημεία όπου το βάρος της μυθολογίας και η ανάγκη να φυτευτούν «σπόροι» για τα επόμενα βιβλία ίσως κάνουν την εξέλιξη της καθαρά αστυνομικής πλοκής να μοιάζει ελαφρώς πιο βαρυφορτωμένη.
Η συνεχής ακροβασία ανάμεσα στη ρεαλιστική έρευνα και τον αρχετυπικό τρόμο αφήνει σκόπιμα κάποια ερωτήματα μετέωρα, γεγονός που ίσως δοκιμάσει την υπομονή όσων αναγνωστών αναζητούν άμεσες, απόλυτες και ξεκάθαρες λύσεις από το πρώτο κιόλας βιβλίο.
Από την άλλη πλευρά, είναι σχεδόν αδύνατον να μην αφεθείς στον εξαιρετικό, κινηματογραφικό ρυθμό της διήγησης, ο οποίος μαρτυρά την πλούσια σεναριακή εμπειρία του δημιουργού της. Η βαθιά παιδεία του Τουμανίδη στην αρχαιολογία, τη θρησκειολογία και την τέχνη λειτουργεί οργανικά στο κείμενο, μετατρέποντας την ανάγνωση σε μια εσωτερική, ατμοσφαιρική σκηνοθεσία. Το πάντρεμα της ποιητικής ανάσας του παραμυθιού με την ωμή αγωνία του εγκλήματος δημιουργεί μια καθηλωτική εμπειρία που σε κρατά σε διαρκή εγρήγορση.
Κλείνοντας το «Άντερσεν», συνειδητοποιείς πως έχεις στα χέρια σου ένα ανάγνωσμα που δεν φοβάται να κοιτάξει κατάματα το σκοτάδι, επιστρέφοντας τις ιστορίες στην αρχική, αφυπνιστική τους μορφή. Αποτελεί μια εξαιρετική και στιβαρή βάση για την τριλογία, υπενθυμίζοντάς μας με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο πως η αληθινή ελπίδα δεν γεννιέται από την άρνηση του φόβου, αλλά από την αποδοχή και τη συμφιλίωση με τις πιο σκοτεινές πτυχές της ζωής μας.
Αν ανακαλύπταμε ξαφνικά πως όλες οι αθώες ιστορίες με τις οποίες μεγαλώσαμε έκρυβαν μέσα τους την πιο σκοτεινή, απειλητική αλήθεια για την ανθρώπινη φύση, θα είχαμε άραγε το σθένος να τις διαβάσουμε ξανά μέχρι το τέλος ή θα κλείναμε το βιβλίο τρομαγμένοι;
Περίληψη: Σήμερα τα ξημερώματα, σε εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό στην Πλάκα, η αστυνομία και το Τμήμα Ανθρωποκτονιών έγιναν μάρτυρες σε ένα πρωτοφανές για τα δεδομένα της Ελλάδος έγκλημα. Στο κέντρο ενός δωματίου, καθισμένο σε μια ξύλινη κουνιστή καρέκλα, βρέθηκε ανδρικό σώμα αγνώστων στοιχείων, περίπου 35 ετών. Η δεξιά πλευρά του θύματος έφερε βαθιά θερμικά εγκαύματα, ενδεικτικά της έκθεσης σε υψηλή θερμοκρασία. Η αριστερή πλευρά είχε μετατραπεί πλήρως σε κέρινο ομοίωμα.
Απέναντι από το θύμα ήταν τοποθετημένος ένας παλαιού τύπου καθρέφτης, το ραγισμένο γυαλί του οποίου θύμιζε περίτεχνο ιστό αράχνης. Το έγκλημα θεωρείται τελετουργικού χαρακτήρα και παραπέμπει στα εγκλήματα που έλαβαν χώρα πρόσφατα σε Δανία, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία – όλα με αναφορές σε παραμύθια του Άντερσεν.
Επιμέλεια: Ζωή Τσούρα
Δημιουργία κεντρικής εικόνας: Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ
