Στη σημερινή συνέντευξη στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, φιλοξενείται ο εικαστικός καλλιτέχνης, σκηνοθέτης και συγγραφέας Χρίστος Χαλικιάς, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Το τελευταίο φως της Πατησίων» από τις εκδόσεις Πρώτη ύλη.
Συνέντευξη
Ρωτάει η Αγγελίνα Παπαθανασίου
Ευχαριστούμε για τη συνέντευξη που μας παραχωρείτε. Έχετε γράψει θεατρικό έργο και αστυνομική νουβέλα. Πώς προέκυψε η συγγραφή στη ζωή σας; Ήρθε τυχαία ή ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα;
XΡ. Χ. Η συγγραφή δεν ήρθε τυχαία στη ζωή μου. Ούτε ήταν μια ξαφνική απόφαση να γίνω συγγραφέας. Ήταν μια φυσική συνέχεια μιας ευρύτερης καλλιτεχνικής διαδρομής που ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, μέσα από τις εικαστικές τέχνες, το θέατρο, τη σκηνοθεσία και την περφόρμανς.
Πριν από τις λέξεις υπήρξαν οι εικόνες. Πριν από τα βιβλία υπήρξαν οι καμβάδες, τα χρώματα, οι σκηνικοί χώροι, τα σώματα των ηθοποιών, το φως και η σιωπή. Από πολύ νωρίς με ενδιέφερε όχι μόνο να δημιουργώ έργα, αλλά να αφηγούμαι ιστορίες. Να αναζητώ τι κρύβεται πίσω από τα πρόσωπα, τις πόλεις, τα γεγονότα και τις ανθρώπινες συμπεριφορές.
Η τέχνη, για μένα, ήταν πάντα ένας τρόπος έρευνας. Ένας τρόπος να παρατηρώ τον κόσμο και να προσπαθώ να κατανοήσω όσα συνήθως περνούν απαρατήρητα. Τη μνήμη. Την απώλεια. Τη βία. Τη μοναξιά. Την αγάπη. Τα ίχνη που αφήνει ο χρόνος πάνω στους ανθρώπους και στους τόπους.
Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι υπήρχαν ιστορίες που δεν μπορούσαν να χωρέσουν σε έναν πίνακα ή σε μια θεατρική παράσταση. Υπήρχαν χαρακτήρες που ζητούσαν περισσότερο χώρο για να αναπνεύσουν. Υπήρχαν πόλεις που ήθελαν να μιλήσουν. Υπήρχαν σιωπές που χρειάζονταν λέξεις.
Έτσι προέκυψε η συγγραφή.
Όχι ως αλλαγή πορείας, αλλά ως επέκταση της ίδιας δημιουργικής ανάγκης. Ως ένα ακόμη εργαλείο έκφρασης. Για μένα, η ζωγραφική, το θέατρο και η λογοτεχνία δεν είναι ξεχωριστοί κόσμοι. Επικοινωνούν μεταξύ τους. Τροφοδοτούν ο ένας τον άλλον. Ένας πίνακας μπορεί να γεννήσει μια σκηνή. Μια σκηνή μπορεί να γεννήσει μια ιστορία. Και μια ιστορία μπορεί να επιστρέψει ξανά ως εικόνα.
Το «Τελευταίο Φως της Πατησίων» γεννήθηκε ακριβώς μέσα από αυτή τη διαδρομή. Από την ανάγκη να αφηγηθώ μια ιστορία για την πόλη, τη μνήμη και τον άνθρωπο. Μια ιστορία που ξεκίνησε ως εικόνα και κατέληξε να γίνει βιβλίο.
Γι’ αυτό και δεν βλέπω τον εαυτό μου αποκλειστικά ως συγγραφέα. Βλέπω τον εαυτό μου ως καλλιτέχνη που χρησιμοποιεί διαφορετικά μέσα για να προσεγγίσει το ίδιο ερώτημα: πώς μπορούμε να φωτίσουμε όσα παραμένουν αόρατα και να δώσουμε μορφή σε όσα επιμένουν να μας ακολουθούν.
Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για να γεννηθεί στο μυαλό σας η ιστορία που αφηγείστε στο βιβλίο;
ΧΡ.Χ. Δεν υπήρξε μια και μόνο πηγή έμπνευσης. Αντίθετα, το βιβλίο γεννήθηκε μέσα από μια μακρά διαδικασία παρατήρησης, σκέψης και βιωμάτων που συσσωρεύονταν μέσα μου για χρόνια.
Πιστεύω ότι οι ιστορίες δεν εμφανίζονται ξαφνικά. Δεν γεννιούνται από μια στιγμή έμπνευσης, αλλά από έναν αργό διάλογο ανάμεσα στον δημιουργό και τον κόσμο που τον περιβάλλει. Στην περίπτωσή μου, αυτός ο κόσμος ήταν η Αθήνα.
Ζώντας και περπατώντας καθημερινά στους δρόμους της πόλης, άρχισα να την αντιμετωπίζω όχι ως ένα γεωγραφικό σημείο, αλλά ως έναν ζωντανό οργανισμό. Ως έναν τόπο που θυμάται. Ως έναν χώρο όπου το παρελθόν και το παρόν συνυπάρχουν διαρκώς. Μια πόλη γεμάτη ιστορίες, τραύματα, απώλειες, έρωτες, διαψεύσεις και μικρές καθημερινές νίκες που συνήθως περνούν απαρατήρητες.
Ιδιαίτερα η Κυψέλη και η Πατησίων με γοήτευσαν βαθιά. Εκεί συνυπάρχουν διαφορετικές εποχές, διαφορετικοί άνθρωποι και διαφορετικές πραγματικότητες. Μπορεί να περπατάς στον ίδιο δρόμο και να συναντάς ταυτόχρονα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της πόλης. Αυτή η αίσθηση με απασχολούσε συνεχώς.
Παράλληλα, ως εικαστικός καλλιτέχνης, πάντα με ενδιέφερε η σχέση ανάμεσα στο φως και τη σκιά. Όχι μόνο ως αισθητικό στοιχείο, αλλά ως τρόπος κατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Με απασχολούσε τι είναι αυτό που φωτίζεται και τι είναι αυτό που επιλέγουμε να αφήνουμε στο σκοτάδι. Τι αποκαλύπτουμε και τι αποκρύπτουμε. Τι θυμόμαστε και τι προσπαθούμε να ξεχάσουμε.
Κάπως έτσι άρχισε να διαμορφώνεται ο πυρήνας του βιβλίου. Όχι μέσα από ένα συγκεκριμένο γεγονός ή μια πραγματική υπόθεση, αλλά μέσα από μια ατμόσφαιρα. Μέσα από την αίσθηση ότι κάτω από την καθημερινή εικόνα της πόλης υπάρχει ένας δεύτερος, αθέατος κόσμος. Ένας κόσμος γεμάτος μυστικά, μνήμες και ανθρώπινες ιστορίες.
Το «Τελευταίο Φως της Πατησίων» είναι, κατά μία έννοια, αποτέλεσμα όλων αυτών των παρατηρήσεων. Είναι η συνάντηση της αγάπης μου για την πόλη, της ενασχόλησής μου με τις εικαστικές τέχνες, της σχέσης μου με το θέατρο και της ανάγκης μου να αφηγηθώ μια ιστορία που να μιλά για τον άνθρωπο μέσα στο αστικό τοπίο.
Γιατί, τελικά, περισσότερο από το ίδιο το έγκλημα, με ενδιαφέρουν τα ίχνη που αφήνει πίσω του ο χρόνος. Οι σιωπές που παραμένουν στα δωμάτια. Οι μνήμες που επιβιώνουν μέσα στους δρόμους. Και η αλήθεια που περιμένει υπομονετικά τη στιγμή που θα βγει στο φως. Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε το βιβλίο. Από την ανάγκη να αφηγηθώ όχι μόνο μια ιστορία, αλλά και τον αόρατο παλμό μιας πόλης που εξακολουθεί να θυμάται.
Διαβάστε την άποψή μας για το βιβλίο: Το τελευταίο φως της Πατησίων
Τι σας ενοχλεί στην Αθήνα σήμερα και τι θα σας έλειπε από την πόλη εάν έπρεπε για κάποιο λόγο να την εγκαταλείψετε;
ΧΡ.Χ. Η Αθήνα είναι μια πόλη που με γοητεύει και με εξοργίζει ταυτόχρονα. Ίσως γι’ αυτό να μην μπορώ να την εγκαταλείψω πραγματικά, ακόμη κι όταν την επικρίνω.
Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο σήμερα είναι η βιασύνη. Η αίσθηση ότι όλοι τρέχουν διαρκώς χωρίς να προλαβαίνουν να κοιτάξουν γύρω τους. Ζούμε σε μια εποχή όπου η ταχύτητα έχει μετατραπεί σε αξία και η προσοχή σε πολυτέλεια. Οι άνθρωποι περνούν ο ένας δίπλα από τον άλλον χωρίς να συναντιούνται πραγματικά. Οι γειτονιές αλλάζουν πρόσωπο, οι δημόσιοι χώροι συρρικνώνονται και η ανθρώπινη επαφή μοιάζει συχνά να υποχωρεί μπροστά στην απομόνωση.
Με ενοχλεί επίσης η λήθη. Μια πόλη με τόσο βαθιά ιστορία συχνά συμπεριφέρεται σαν να μη θυμάται τον εαυτό της. Κτίρια εγκαταλείπονται, γειτονιές χάνουν τη φυσιογνωμία τους, μικρές προσωπικές ιστορίες σβήνουν χωρίς να αφήσουν ίχνος. Κι όμως, πιστεύω πως οι πόλεις, όπως και οι άνθρωποι, έχουν ανάγκη από μνήμη για να μπορούν να προχωρήσουν.
Παράλληλα, με προβληματίζει η σκληρότητα που έχει εισβάλει στην καθημερινότητα. Η έλλειψη υπομονής. Η δυσκολία να ακούσουμε ο ένας τον άλλον. Η αίσθηση ότι η κοινωνία γίνεται ολοένα πιο θορυβώδης, αλλά όχι απαραίτητα πιο ουσιαστική.
Και όμως, παρά όλα αυτά, αν έπρεπε να εγκαταλείψω την Αθήνα, ξέρω ότι θα μου έλειπαν αμέσως πράγματα που σήμερα θεωρώ δεδομένα.
Θα μου έλειπε το φως της. Όχι μόνο το φυσικό φως, αλλά ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο πέφτει πάνω στις πολυκατοικίες, στα πεζοδρόμια, στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα μου έλειπε αυτή η παράξενη συνύπαρξη ομορφιάς και φθοράς που συναντάς σχεδόν σε κάθε δρόμο.
Θα μου έλειπαν οι γειτονιές της. Η Κυψέλη, η Πατησίων, τα μικρά καφενεία, τα περίπτερα που μένουν ανοιχτά τη νύχτα, οι φωνές από τα μπαλκόνια, οι ιστορίες που κρύβονται πίσω από κάθε πόρτα. Θα μου έλειπε η αίσθηση ότι κάτω από την επιφάνεια υπάρχει πάντα μια ακόμη ιστορία που περιμένει να αποκαλυφθεί.
Κυρίως όμως θα μου έλειπαν οι αντιφάσεις της. Γιατί η Αθήνα είναι μια πόλη αντιθέσεων. Σκληρή και τρυφερή. Κουρασμένη και ζωντανή. Χαοτική και βαθιά ανθρώπινη. Μια πόλη που μπορεί να σε απογοητεύσει το πρωί και να σε συγκινήσει το ίδιο βράδυ.
Ίσως τελικά αυτό να είναι που με κρατά κοντά της. Η αίσθηση ότι η Αθήνα δεν είναι μια πόλη που την κατακτάς ποτέ ολοκληρωτικά. Είναι μια πόλη που συνεχίζει να σου αποκαλύπτει πρόσωπα, μυστικά και αλήθειες όσο επιμένεις να την περπατάς.
Και γι’ αυτό, όσο κι αν με θυμώνει ορισμένες φορές, παραμένει για μένα μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Μια πόλη που θυμάται. Και μια πόλη που εξακολουθεί να έχει ιστορίες να αφηγηθεί.
Διαθέτει ο αστυνόμος Καρράς στοιχεία του χαρακτήρα σας; Υπάρχουν σκέψεις να εμπλακεί ο ήρωάς σας και σε νέες περιπέτειες στο μέλλον;
ΧΡ.Χ. Νομίζω πως κάθε συγγραφέας, όσο κι αν προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις από τους ήρωές του, αφήνει αναπόφευκτα κάτι από τον εαυτό του μέσα τους. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν εντελώς ξένοι χαρακτήρες. Υπάρχουν χαρακτήρες που κουβαλούν διαφορετικά κομμάτια της εμπειρίας, της σκέψης και της ματιάς του δημιουργού τους.
Ο αστυνόμος Καρράς δεν είναι το πορτρέτο μου. Δεν είναι το λογοτεχνικό μου alter ego. Δεν μιλάει όπως εγώ, δεν σκέφτεται πάντα όπως εγώ και σίγουρα δεν παίρνει τις ίδιες αποφάσεις που θα έπαιρνα εγώ στη θέση του. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που μας συνδέουν.
Ίσως η επιμονή στην παρατήρηση. Η ανάγκη να κοιτάζεις λίγο βαθύτερα από την επιφάνεια των πραγμάτων. Η δυσπιστία απέναντι στις εύκολες απαντήσεις. Η πεποίθηση ότι η αλήθεια είναι συνήθως πιο σύνθετη από όσο φαίνεται αρχικά. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που, με διαφορετικό τρόπο, μοιραζόμαστε.
Από την άλλη πλευρά, ο Καρράς έχει και δικά του τραύματα, δικές του αντιφάσεις και δικές του σκιές. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει στους λογοτεχνικούς χαρακτήρες. Δεν με γοητεύουν οι ήρωες που είναι βέβαιοι για τα πάντα. Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που αμφιβάλλουν, που κουβαλούν πληγές, που παλεύουν να καταλάβουν τον κόσμο γύρω τους και συχνά τον εαυτό τους.
Ο Καρράς, στην πραγματικότητα, δεν λειτουργεί μόνο ως ερευνητής ενός εγκλήματος. Λειτουργεί και ως ερευνητής της ανθρώπινης φύσης. Μέσα από την έρευνά του προσπαθεί να κατανοήσει τους άλλους, αλλά ταυτόχρονα έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με τις δικές του αδυναμίες. Και ίσως αυτό να είναι που τον κάνει ενδιαφέροντα για μένα ως συγγραφέα.
Όσο για το αν θα υπάρξουν νέες περιπέτειες στο μέλλον, η αλήθεια είναι ότι ο Καρράς εξακολουθεί να κατοικεί στη σκέψη μου. Υπάρχουν ακόμη δρόμοι της Αθήνας που δεν έχει περπατήσει. Υπάρχουν ιστορίες που δεν έχει ανακαλύψει. Υπάρχουν πρόσωπα που δεν έχει συναντήσει.
Πιστεύω ότι ένας λογοτεχνικός ήρωας συνεχίζει να ζει όσο εξακολουθεί να έχει ερωτήματα. Και ο Καρράς έχει ακόμη πολλά.
Δεν ξέρω αν μπορώ να αποκαλύψω περισσότερα αυτή τη στιγμή. Μπορώ όμως να πω ότι το τέλος ενός βιβλίου δεν σημαίνει πάντοτε και το τέλος ενός χαρακτήρα. Κάποιες φορές είναι απλώς η αρχή μιας μεγαλύτερης διαδρομής.
Και έχω την αίσθηση ότι ο αστυνόμος Καρράς δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη.
Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου έγινε στην Αθήνα. Έχουν προγραμματιστεί νέες παρουσιάσεις μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα;
ΧΡ.Χ. Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα ήταν μια ιδιαίτερα συγκινητική εμπειρία για μένα. Όχι μόνο λόγω της ανταπόκρισης του κοινού, αλλά κυρίως γιατί ένιωσα ότι το «Τελευταίο Φως της Πατησίων» άρχισε να αποκτά τη δική του ζωή έξω από το γραφείο όπου γράφτηκε.
Ένα βιβλίο, πιστεύω, ολοκληρώνεται πραγματικά μόνο όταν συναντήσει τους αναγνώστες του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ανήκει στον συγγραφέα του. Από τη στιγμή όμως που θα βρεθεί στα χέρια του κοινού, αρχίζει να αποκτά νέες αναγνώσεις, νέες ερμηνείες και νέες διαδρομές.
Γι’ αυτό και θεωρώ τις παρουσιάσεις κάτι πολύ περισσότερο από μια τυπική εκδοτική διαδικασία. Είναι μια ευκαιρία διαλόγου. Μια ευκαιρία να ακούσω πώς προσλαμβάνουν οι αναγνώστες τους χαρακτήρες, την πόλη, την ατμόσφαιρα και τα ερωτήματα που θέτει το βιβλίο.
Το επόμενο διάστημα υπάρχουν ήδη συζητήσεις και προγραμματισμοί για παρουσιάσεις και εκδηλώσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Ορισμένες έχουν ήδη δρομολογηθεί, ενώ για άλλες βρισκόμαστε ακόμη στο στάδιο της οργάνωσης. Με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι το βιβλίο δείχνει να βρίσκει τον δρόμο του και πέρα από την Αθήνα, καθώς πιστεύω ότι οι ιστορίες των πόλεων, της μνήμης και των ανθρώπων δεν αφορούν μόνο μία γειτονιά ή έναν συγκεκριμένο τόπο.
Παράλληλα, έχω τη χαρά να βλέπω το βιβλίο να ταξιδεύει μέσα από βιβλιοπωλεία, λέσχες ανάγνωσης, πολιτιστικούς χώρους και ανθρώπους που το προτείνουν από στόμα σε στόμα. Για έναν συγγραφέα, αυτή είναι ίσως η πιο ουσιαστική μορφή διάδοσης.
Εύχομαι λοιπόν το «Τελευταίο Φως της Πατησίων» να συνεχίσει αυτό το ταξίδι. Να συναντήσει νέους αναγνώστες, νέες πόλεις και νέες συζητήσεις. Γιατί, τελικά, τα βιβλία γράφονται για να επικοινωνούν με τους ανθρώπους και όχι για να μένουν ακίνητα σε ένα ράφι.
Και έχω την αίσθηση ότι το ταξίδι αυτού του βιβλίου μόλις ξεκίνησε.
Δεν σας κρύβω ότι διαβάζοντας το βιβλίο, φαντάστηκα τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη αλλά και σε κάποια θεατρική σκηνή. Έχουν περάσει και από το δικό σας μυαλό οι ίδιες σκέψεις;
ΧΡ.Χ. Δεν σας κρύβω ότι αυτή η σκέψη έχει περάσει πολλές φορές και από το δικό μου μυαλό. Ίσως γιατί, πριν ακόμη ασχοληθώ με τη λογοτεχνία, η καλλιτεχνική μου διαδρομή ήταν βαθιά συνδεδεμένη με την εικόνα, το θέατρο και τη σκηνική αφήγηση.
Όταν γράφω, δεν σκέφτομαι μόνο με λέξεις. Σκέφτομαι με εικόνες, με χώρους, με φως, με σιωπές, με κινήσεις. Πολλές φορές βλέπω τις σκηνές να εξελίσσονται μπροστά μου σχεδόν κινηματογραφικά. Βλέπω τους δρόμους, τα πρόσωπα, τις πολυκατοικίες, τις λεπτομέρειες της πόλης. Ίσως γι’ αυτό αρκετοί αναγνώστες μού έχουν πει ότι διαβάζοντας το βιβλίο αισθάνθηκαν σαν να παρακολουθούν μια ταινία.
Η αλήθεια είναι ότι το «Τελευταίο Φως της Πατησίων» διαθέτει στοιχεία που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τόσο μια κινηματογραφική όσο και μια θεατρική μεταφορά. Υπάρχει μια έντονη αστική ατμόσφαιρα, χαρακτήρες με εσωτερικές συγκρούσεις, μυστήριο, διαδρομές μέσα στην πόλη, αλλά και ένα βαθύτερο υπαρξιακό και κοινωνικό υπόστρωμα που ξεπερνά τα όρια μιας κλασικής αστυνομικής ιστορίας.
Από την άλλη πλευρά, κάθε μέσο έχει τη δική του γλώσσα. Ένα μυθιστόρημα δεν μεταφέρεται αυτούσιο ούτε στον κινηματογράφο ούτε στο θέατρο. Χρειάζεται μια νέα ανάγνωση, μια νέα ματιά και μια διαφορετική δραματουργική προσέγγιση. Αυτό είναι που κάνει μια τέτοια διαδικασία πραγματικά ενδιαφέρουσα.
Ιδιαίτερα το θέατρο με γοητεύει, γιατί αποτελεί έναν χώρο στον οποίο έχω αφιερώσει σημαντικό μέρος της ζωής μου. Η ιδέα να δω τους ήρωες του βιβλίου να αποκτούν σάρκα και οστά πάνω στη σκηνή, να αναπνέουν μπροστά στο κοινό και να συνομιλούν ζωντανά με την πόλη και τον χρόνο, είναι κάτι που ασφαλώς με ενδιαφέρει.
Το ίδιο ισχύει και για τον κινηματογράφο. Η Αθήνα του βιβλίου δεν είναι απλώς ένα σκηνικό. Είναι ένας ζωντανός χαρακτήρας. Οι δρόμοι της Πατησίων, η Κυψέλη, οι πολυκατοικίες, τα φώτα της νύχτας και οι σκιές των ανθρώπων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αφήγησης. Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δω πώς αυτή η πόλη θα μεταφραζόταν σε κινηματογραφική εικόνα.
Προς το παρόν, δεν υπάρχει κάποια επίσημη ανακοίνωση που μπορώ να κάνω. Όμως θα έλεγα ότι αντιμετωπίζω μια τέτοια προοπτική με μεγάλο ενδιαφέρον και δημιουργική περιέργεια. Άλλωστε, κάθε ιστορία αναζητά διαρκώς νέους τρόπους να ειπωθεί.
Και ίσως κάποια στιγμή οι ήρωες του «Τελευταίου Φωτός της Πατησίων» να αφήσουν τις σελίδες του βιβλίου και να περπατήσουν είτε πάνω σε μια θεατρική σκηνή είτε μπροστά στον κινηματογραφικό φακό. Αν συμβεί αυτό, θα είναι μια νέα και εξίσου συναρπαστική περιπέτεια για όλους μας.
Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη, θα θέλατε να πείτε κάτι στους αναγνώστες μας;
ΧΡ.Χ. Καταρχάς, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για τη φιλοξενία και για την ουσιαστική συζήτηση που είχαμε.
Στους αναγνώστες θα ήθελα να πω κάτι απλό: να μη σταματήσουν να αναζητούν ιστορίες. Όχι μόνο μέσα στα βιβλία, αλλά και γύρω τους. Στους ανθρώπους που συναντούν, στις γειτονιές που περπατούν, στις μνήμες που κουβαλούν και στις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας που συχνά προσπερνάμε βιαστικά.
Ζούμε σε μια εποχή που παράγει αδιάκοπα πληροφορία, αλλά όχι πάντα ουσιαστική κατανόηση. Η λογοτεχνία, η τέχνη και ο πολιτισμός μάς δίνουν την ευκαιρία να σταματήσουμε για λίγο και να κοιτάξουμε βαθύτερα. Να δούμε τον κόσμο όχι μόνο όπως είναι, αλλά και όπως θα μπορούσε να είναι.
Πιστεύω ότι τα βιβλία εξακολουθούν να έχουν τη δύναμη να μας φέρνουν πιο κοντά στον εαυτό μας και στους άλλους. Να μας κάνουν να θυμηθούμε, να αμφισβητήσουμε, να συγκινηθούμε και να ονειρευτούμε. Και αυτό είναι κάτι πολύτιμο.
Αν το «Τελευταίο Φως της Πατησίων» καταφέρει να κάνει έστω και έναν αναγνώστη να περπατήσει λίγο πιο αργά σε έναν δρόμο της πόλης, να παρατηρήσει κάτι που μέχρι χθες δεν έβλεπε ή να σκεφτεί διαφορετικά έναν άνθρωπο που συναντά καθημερινά, τότε θα αισθανθώ ότι πέτυχε τον σκοπό του.
Γιατί, τελικά, οι πόλεις δεν είναι τα κτίρια και οι δρόμοι τους. Είναι οι άνθρωποι, οι μνήμες και οι ιστορίες τους.
Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας, για το ενδιαφέρον σας και για την ευκαιρία να μιλήσουμε για το βιβλίο, την τέχνη και την πόλη που τόσο αγαπώ.
Να είστε καλά και να συνεχίσετε να αναζητάτε το φως, ακόμη και στις πιο σκοτεινές διαδρομές.
Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας. Καλή συνέχεια.
Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα
Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ