Τρίτη, 2 Ιουνίου, 2020
More
    Αρχική Βιογραφίες Γιαννούλης Χαλεπάς

    Γιαννούλης Χαλεπάς

    -

    Γιαννούλης Χαλεπάς

    Γράφει η Χαρά Δελλή

    «Φωτεινό σύμβολο κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας»

    Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, του Ιωάννη, (Πύργος Τήνου, 14 Αυγούστου 1851 – Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 1938) ήταν ο πιο διακεκριμένος γλύπτης της νεότερης Ελλάδας, με μυθιστορηματική ζωή ανάμεσα στην τρέλα και τον θρίαμβο. Ας μου επιτραπεί να ταιριάξω το επώνυμό του με τη ζωή του, πριν αρχίσω! Πώς να καταλάβεις το έργο αν δεν γνωρίσεις τον καλλιτέχνη;

    ΧαλεπάςΉταν γόνος οικογένειας φημισμένων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, εξ ου και το γεγονός πως ο πατέρας του τού έδωσε το όνομά του, σαν μια συνέχεια της δικής του ζωής, μιας και ο  Γιαννούλης  μεγάλωνε  μέσα σε ένα περιβάλλον με μάρμαρα, με σκόνη, με πηλό και ήξερε πώς δουλεύεται το υλικό, μόνο που –όχι δίχως συγκρούσεις και οικογενειακή αναστάτωση- ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.

    Από μικρός, επιζητούσε την αναγνώριση των κόπων του για να ενισχυθεί η αυτοπεποίθησή του. Από το 1869 έως το 1872, μαθήτευσε στο Σχολείο των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον δεξιοτέχνη κλασικιστή Max von Windmann. Εκεί εξέθεσε τα βραβευμένα έργα του «Το παραμύθι της Πεντάμορφης» και «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα».

    Ο Σάτυρος μάλλον συμβόλιζε την εσωτερική δύναμη των ανθρώπων έξω από τα κοινωνικά αποδεκτά όρια κι ο μικρός Έρωτας μια άλλη δύναμη που φέρνει αναταραχή στην ψυχή! Το έργο αποδίδει τη στιγμή του μεταιχμίου όπου ο Σάτυρος φαίνεται να θέλει να εμπαίξει με σαδισμό τον Έρωτα, στερώντας του τελικά τα σταφύλια που του τάζει. Ο Σάτυρος μοιάζει να είναι από θέση ισχύος. Είναι όμως; Γιατί όταν ο Έρωτας καταλάβει τον εμπαιγμό, οι αντιδράσεις του  μπορεί  να  ανατρέψουν  την  ιστορία  μια και κατά τους αρχαίους, ο Έρωτας είναι θεός πολύ μεγάλης ισχύος!

    Οι ψυχολόγοι που ασχολήθηκαν με την ερμηνεία του έργου του, είδαν έναν ενήλικο Σάτυρο που τον ταύτισαν με τον πατέρα του Χαλεπά σε σύγκρουση μ’ έναν μικρό Έρωτα, σαν τον Γιαννούλη, ο οποίος συνειδητά ή ασυνείδητα είχε ταυτίσει τον Έρωτα με τον εαυτό του που βασανιζόταν από τον επικυρίαρχο πατέρα του και από την άλλη κι αυτός με μια έννοια βασάνιζε τον πατέρα του-Σάτυρο αντιδρώντας. Αφού επανέλαβε αυτό το έργο 12 φορές, ο Χαλεπάς αφήνει να φανεί η εσωτερική του πάλη που προσπαθούσε να την εκτονώσει και να λυτρωθεί από τα βάρη της, ανασχηματίζοντας την σκηνή.

    Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος 1875. Αντιμετωπίζοντας πάντα με σοβαρότητα τη δουλειά του, αγωνιζόταν και ξεχώριζε στην αντίληψη των καθηγητών του. Δούλευε σκληρά και μεθοδικά για να κερδίσει στον τομέα της  τέχνης του την αποδοχή που προφανώς του είχε λείψει μέσα στο αυταρχικό τότε περιβάλλον.

    ΧαλεπάςΕπιστρέφοντας στην Αθήνα μετά την ξαφνική λήξη της υποτροφίας του (1876), άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το εργαστήρι του ήταν αρχικά κοντά στο Σύνταγμα και έπειτα στη οδό Μαυρομιχάλη. Ο Γιαννούλης ήταν πολύ γνωστός στο κοινό της Αθήνας λόγω του τύπου, ο οποίος παρακολουθούσε την καλλιτεχνική του πορεία, αναδημοσιεύοντας τις ιδιαίτερα θετικές κριτικές των γερμανικών εφημερίδων για τα έργα του. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, συνδυάζοντας την παράδοση της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής με στοιχεία ρομαντισμού και ρεαλισμού, ενώ άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη, ένα νεαρό κορίτσι από την Κίμωλο που έχασε τη ζωή του από φυματίωση, επιτύμβιο μνημείο στο Ά Νεκροταφείο Αθηνών. Γιαννούλης Χαλεπάς

    Η Σοφία Αφεντάκη είναι μια μορφή που αν και ακόμα ζωντανή, εκείνη τη στιγμή πνέει τα λοίσθια και παραιτείται. Είναι ξαπλωμένη πάνω σε ανάκλιντρο, με το χέρι της πίσω από το κεφάλι και το αριστερό της πόδι ανασηκωμένο. Έχει το κεφάλι γερμένο στα δεξιά, πάνω σε ένα μαξιλάρι και με το αριστερό της χέρι, κρατάει έναν σταυρό πάνω στήθος. Με μια έκφραση γαλήνια. Με τα ρούχα και τα σκεπάσματά της να σχηματίζουν εντυπωσιακές πτυχώσεις. Με τα μαλλιά σαν καταρράκτης στο μαξιλάρι. Η κεκοιμημένη του Χαλεπά σαν να θέλει να μείνει στη ζωή! Το μαξιλάρι της είναι ψηλότερα βαλμένο, λες και το έχει βάλει για να κοιμηθεί πιο άνετα.

    Την όλη χαλάρωση της στάσης της την επιτείνουν τα μισάνοιχτα χείλη της και η μαλακή κάμψη του αριστερού ποδιού της σε λανθάνουσα κίνηση. Μοναδική υπόμνηση του θανάτου της, ο σταυρός που κρατάει με το αριστερό χέρι στο στήθος. Στο έργο αυτό αντιμετώπισε τον θάνατο διαφορετικά από αυτό που ως τότε συνηθιζόταν σε ανάλογες  περιπτώσεις έργων. Ήθελε το κορίτσι να παρουσιάζεται ζωντανό για να απαλύνει τον πόνο των συγγενών της. Εδώ βλέπει κανείς όλη τη σαρκική ευκαμψία, όλη την ανθρώπινη αίσθηση, όλη την εσωτερική έκφραση της ψυχής. Το μέγεθος του γλυπτού ήταν 77×1,78×76 εκατοστά και μοιάζει σαν μια εύστοχη εικονογράφηση νεοκλασικισμού των δίδυμων, ύπνου και Θανάτου. Κέρδισε μ’ αυτό το τεχνικής τελειότητας γλυπτό 6.000 δρχ., ποσό που αντιστοιχούσε σε ετήσιο εισόδημα ενός ανωτέρου υπαλλήλου της εποχής, τιμή που είχε συμφωνηθεί με τον πατέρα του 24χρονου Γιαννούλη. Το έργο αυτό, ολοκληρωμένο σε μόλις 2 έτη, δε γινόταν να μην ξεσηκώσει αμφισβητήσεις και αποδοκιμασίες…

    Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Γιώργης Χαμηλός και Αλεξάκης Λάβδας. Ο ίδιος άρχισε να βάζει τον εαυτό του μέσα στο έργο του. Ακολουθώντας μεν τον νεοκλασικισμό που επικρατούσε, οι εκφράσεις του έργου του δε, είχαν την δική του ψυχή. Έμοιαζε να ταυτίζεται με ό,τι του ζητούσαν, αλλά η μεγάλη έντασή του έδινε μια εσωτερικότητα στο έργο που μιλούσε. Έβαζε πολύ από τον εαυτό του στην έκφραση, στην εσωτερικότητα, στην ψυχή του έργου. Γιαννούλης Χαλεπάς

    Τρέλα ή ιδιοφυία;

    ΧαλεπάςΤον χειμώνα του 1877 προς 1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ’ επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, τη Μαριγώ Χριστοδούλου, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη. Τον έστειλαν στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.

    Η βίαιη διακοπή/κοίμηση της δημιουργικής εκτόνωσης.

    Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας (σαν άλλος εκδιωχθείς Οιδίποδας). Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν ο,τιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Ο Γιαννούλης στην κλινική σκιτσάρει φαλλούς, αιδοία, συμπλέγματα κορμιών και παρόμοιες εικόνες φρίκης. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942.

    Τι σχέση έχουν μεταξύ τους η έκτροπη συμπεριφορά και η δυναμική της καλλιτεχνικής έκφρασης;

    Το 1901 πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο, για να τον πάρει πίσω μαζί της στο νησί. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρησή της, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που, αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό, εκείνη το κατέστρεφε. Η αυταρχική –σχεδόν Μήδεια;- μάνα του θεωρεί ότι αυτή που τον τρελαίνει είναι η γλυπτική, ενώ συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο. Μόνο η γλυπτική θα μπορούσε να τον γλιτώσει, όπως φάνηκε αργότερα…. Γιαννούλης Χαλεπάς

    Άμυνα, καταφυγή, δικαίωση…

    ΧαλεπάςΜέχρι το θάνατό της, το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος, βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Και τότε ο 65χρονος Γιαννούλης δε χύνει σταγόνα δάκρυ, δεν ακολουθεί την κηδεία της, αλλά ανοίγει το υπόγειο και αρχίζει αμέσως να δουλεύει. Οι χωριανοί το θεωρούν ως την αναμενόμενη αντίδραση ενός τρελού, αλλά δεν είναι έτσι. Η καταπιεσμένη κι ευνουχισμένη τέχνη του εκρήγνυται! Το υπόγειο μετατρέπεται σε εργαστήρι. Η μάνα του πεθαίνει και ο ίδιος πια νιώθει ελευθερία για δημιουργία! Βρήκε έτσι το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί, για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Ήταν η μεταλογική του περίοδος.

    Εγώ κάνω τη δουλειά μου. Τα μηνύματα τα παίρνω από μέσα μου. Απαλλάχτηκα από τη φύση. Απελευθερώθηκα από τη μίμησή της. Έτσι μπορώ να αναπλάθω τη φύση με τους κανόνες της τέχνης. Με τους κανόνες που έχω ανακαλύψει εγώ ο ίδιος. Με την πείρα μου και με τον αναστοχασμό μου.

    Γιαννούλης Χαλεπάς

    Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του -του «αναρρώσαντος φρενοβλαβούς»- τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή, για τους πιο ακραίους, τον «Πικάσο» των νεωτεριστών καλλιτεχνών. Τότε ο Χαλεπάς είναι πια αυθεντικός, το ύφος του είναι πλέον ελεύθερο, αυθόρμητο και πηγαίο, απαλλαγμένο από κάθε ακαδημαϊσμό. Τα έργα του (Αριάδνη, Αναπαυομένη, Άνοιξη) επικεντρώνονται πλέον στην ουσία των συνθέσεων και όχι στη λεπτομερή επεξεργασία της επιφάνειας, την εκλέπτυνση ή την ωραιοποίηση. Δε μπαίνει στη λογική των παραγγελιών, δε δεσμεύεται πια απ’ τις προσδοκίες του κοινού. Ήταν ο εαυτός του και τα έργα του ήταν η εξομολόγηση της ψυχής του. Πήγε στη χώρα των σκιών και γύρισε να μιλήσει με το έργο του για τις σκιές που γνώρισε εκεί…Γιαννούλης Χαλεπάς

    Γιατί η αληθινή τέχνη πάντα συγκινεί, προβληματίζει και λυτρώνει…

    Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στο Άσυλο Τέχνης και το 1930 ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι το τέλος του κοντά στους δικούς του, πάντα δημιουργικός και «μέσα στην πανελλήνια δόξα».

    Τα έργα του, κλασικά αλλά με γεωμετρικότητα νεοτερικών τάσεων, υπό το πρίσμα του πόνου. Συνδυασμοί μυθολογίας και αρχαιότητας με χριστιανισμό. Οι μύθοι και οι τραγωδίες των προσώπων που φιλοτέχνησε, επηρέασαν την καλλιτεχνική του δημιουργία και εξέλιξη. Σαν άλλος Ροντέν στέκεται στην ιδιαίτερη εκφραστικότητα προσώπων και σωμάτων, πετυχαίνοντας να εκφράσει απαράμιλλα την νεοελληνική γλυπτική με μόνο όπλο τη μνήμη του. Παρόλ’ αυτά υπήρξε στη ζωή του περιθωριοποιημένος, πληγωμένος από έναν αδιέξοδο έρωτα, μανιοκαταθλιπτικός, βουτηγμένος στην απόλυτη απελπισία, κλεισμένος στο εργαστήριό του, παλεύοντας με τη μαγική σκόνη ή εγκαταλελειμμένος στη μοναξιά του ψυχιατρείου, με ξεχωριστές αισθητικές αναζητήσεις, από τους πρώτους μάρτυρες του μοντερνισμού. Το αέναο αυτό παιχνίδι μεταξύ φωτός και σκότους, απομόνωσης και θριάμβου, ευτυχίας και δυστυχίας, δημιουργίας και καταστροφής “χάραξε” τον Χαλεπά.

    «Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη»

    Νίκος Εγγονόπουλος

    Άφησε παρακαταθήκη γλυπτά απαράμιλλης τέχνης καθώς και την προσωπική του τραγωδία. Πλήρωσε δυσανάλογα το τίμημα της διαφορετικότητας και του ευάλωτου ψυχισμού του.  Πανάκριβη η αποπληρωμή του χαρίσματος και της διαφορετικότητας… Αυτό που βαφτίστηκε από την κοινωνία της εποχής του και την οικογένειά του «τρέλα» ίσως ήταν απλά η άσκηση της μοναδικότητας να εκφράσει τον εαυτό της και να δημιουργήσει, το όριο της ελευθερίας, η τάση μιας παθιασμένης, αταξινόμητης ψυχής να πετάξει σε αχαρτογράφητους ουρανούς, η άρνηση να υποταχθούν στα  κανονιστικά πρέπει του καιρού τους.

    Σώθηκαν -ευτυχώς!- περίπου 115 έργα του και πολλά σχέδια του σε τετράδια. Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, στο Μουσείο Γιαννούλη Χαλεπά στον Πύργο Τήνου και σε ιδιώτες.

    Το σπίτι του Χαλεπά έχει διατηρηθεί στην εντέλεια, και όταν το περπατάς νιώθεις πως ήταν να ζεις στην εποχή του. Ο κήπος του είναι γεμάτος αγάλματα Τηνίων καλλιτεχνών και δίπλα στο σπίτι, βρίσκεται το μουσείο. Γεμάτο έργα του μεγάλου γλύπτη καθώς και πολλών άλλων καλλιτεχνών, είναι ένας τόπος Τέχνης που οφείλει να επισκεφθεί κάθε επισκέπτης και Τήνιος. Γιαννούλης Χαλεπάς

    Πάμπολλα βιβλία και θεατρικά έχουν γραφτεί για τον περίφημο γλύπτη. Ξεχώρισα τα παρακάτω:

    Η πολιτιστική εταιρεία ΛΑΒΡΥΣ, στα πλαίσια της έκθεσης VAN GOGH ALIVE-THE EXPERIENCE που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών μέχρι τις 4 Μαρτίου 2018, κυκλοφόρησε το βιβλίο του καθηγητή/ιστορικού τέχνης Μάνου Στεφανίδη με τίτλο «Ιδιοφυΐα και Τρέλα. Βαν Γκογκ, Χαλεπάς».

    Η συγκεκριμένη έκδοση σκοπό έχει να συμβάλει στον βαθιά εκπαιδευτικό χαρακτήρα της έκθεσης και να συνδέσει δύο εμβληματικές προσωπικότητες της ζωγραφικής που αν και δε συναντήθηκαν ποτέ, οι ζωές τους έχουν πολλά κοινά σημεία αναφοράς.

    Το βιβλίο εξερευνά αυτήν ακριβώς τη σχέση μεταξύ της έκτροπης συμπεριφοράς και της δυναμικής της καλλιτεχνικής έκφρασης, ιδωμένη υπό το πρίσμα δύο μεγάλων δημιουργών, του Ολλανδού Βίνσεντ Βαν Γκογκ και του δικού μας Γιαννούλη Χαλεπά.

    Στοιχεία βιβλίου

    Tίτλος: Ιδιοφυΐα και τρέλα. Βαν Γκογκ, Χαλεπάς

    Συγγραφέας: Στεφανίδης Μάνος Σ.

    Εκδότης: Λάβρυς

    ISBN: 9786188356108

    Αριθμός σελίδων: 127

    Ημερομηνία έκδοσης: 31 Iανουαρίου 2018

    Και το παλιότερο «Γιαννούλης Χαλεπάς. Τραγικότητα και μύθος» συλλογικό βιβλίο από εκδόσεις Έκπλους, 2004. Στο βιβλίο παρουσιάζονται η ζωή και η καλλιτεχνική δημιουργία του κορυφαίου -όχι μόνο για την Ελλάδα- γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, η τραγικότητα και ο μύθος του. Το χρονολόγιο καταγράφει αναλυτικά την πορεία του καλλιτέχνη, που με καταγωγή από οικογένεια Τηνιακών μαρμαρογλύφων φτάνει στην Αθήνα και στη συνέχεια στο Μόναχο, διαπρέποντας, ενώ αργότερα θα ζήσει έγκλειστος σε ψυχιατρείο και απομονωμένος στο νησί του, χωρίς να πάψει καθόλου η φλόγα της τέχνης μέσα του, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τα λεγόμενα «μεταλογικά» έργα του. Η δύναμη και η ένταση της γλυπτικής του, καθώς και η υποδοχή της, αναδεικνύονται στα ειδικά κείμενα των ιστορικών της τέχνης που ακολουθούν, φωτίζοντας από διαφορετικές οπτικές γωνίες τόσο την κλασικιστική όσο και τη νεωτερική περίοδό του. Κείμενα εικαστικών που ήρθαν σε επαφή με το φαινόμενο Χαλεπά τονίζουν το πώς βλέπουν επιγενόμενοι καλλιτέχνες το πλούσιο σε περιεχόμενο, αξίες και προεκτάσεις έργο του. Μοναδικής σημασίας είναι το ανθολόγιο δυσεύρετων, σπάνιων σήμερα πλέον γραπτών για τον Χαλεπά και τις προσπάθειές του. Η εκτεταμένη βιβλιογραφία ολοκληρώνει τον αφιερωματικό τόμο στον άνθρωπο και τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά. Καλλιτεχνικές φωτογραφίες των έργων πλαισιώνουν το βιβλίο, το οποίο διακρίνεται για την άρτια αισθητική εμφάνισή του.

    Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here