Γράφει ο Γεράσιμος Θεοδόσης

Ανοίγεις κουρασμένος ένα βιβλίο και τα γράμματα χοροπηδούν μπροστά στα μάτια σου. Δεν σε οδηγούν πουθενά. Είσαι μόλις στην αρχή και νομίζεις ότι ήδη ξέρεις το τέλος. Καμία από τις γραμμές που απλώνονται μπροστά σου δεν μπορούν να σε συγκινήσουν.

ανοικτό βιβλίοΔιαβάζεις λίγο πιο κάτω. Πηδάς μερικές σελίδες. Κοιτάς το οπισθόφυλλο, προσπαθείς να  βεβαιωθείς ότι δεν κάνεις λάθος. Ρίχνεις μερικές λοξές ματιές στη φωτογραφία του συγγραφέα που σε κοιτάζει με το γνωστό εξυπνακίστικο  χαμόγελο και νομίζεις ότι σπάει πλάκα μαζί σου. Θα ήθελες να τον είχες απέναντί σου για να του ρίξεις μια· δεν τον έχεις όμως, για αυτό πετάς στην άκρη το βιβλίο και ορκίζεσαι να του βρεις μια θέση στη βιβλιοθήκη σου και να το ενταφιάσεις μια για πάντα. Είσαι όμως τόσο βαριεστημένος, που αφήνεις το εγχείρημα για αύριο.

Έτσι την άλλη μέρα, είτε γιατί ο καιρός είναι καλύτερος είτε γιατί αισθάνεσαι πιο ξεκούραστος, όταν το πεταμένο βιβλίο μπερδεύεται στα πόδια σου, το παίρνεις ξανά στα χέρια σου. Το ξεφυλλίζεις διστακτικά και το μάτι σου πέφτει τυχαία σε μια φράση που σου κεντρίζει το ενδιαφέρον. Καλό, σκέφτεσαι. Ψάχνεις λίγο πιο κάτω και βρίσκεις μια δεύτερη ομοίως καθόλου αξιοκαταφρόνητη φρασούλα. Με την τρίτη που θα ανακαλύψεις, αντί να προχωρήσεις παρακάτω, θα γυρίσεις πάλι από την αρχή. Θα πας ξανά στην πρώτη σελίδα και κάτι μέσα σου θα σου σιγοψιθυρίζει ότι το βιβλίο έχει ενδιαφέρον, άδικα το πέταξες στην άκρη. Η ίδια φωνή σού λέει ότι πρέπει να σκύψεις με προσοχή πάνω του και να το πάρεις με το καλό και από την αρχή.

Τούτη τη φορά, η σειρά των λέξεων δεν σε εκνευρίζει. Αντίθετα, τη βρίσκεις γοητευτική. Συνεχίζεις να στέκεσαι όρθιος και να διαβάζεις. Αν μπορούσες να δεις από απόσταση τον εαυτό σου, θα έβλεπες ότι συμπεριφέρεσαι σαν ερωτευμένος στο πρώτο του ραντεβού. Δεν έχεις μάτια για αλλού. Με το βιβλίο στο χέρι, αναζητάς μια βολική θέση να σταθμεύσεις για να μπορείς να γυρίζεις με άνεση τις σελίδες του. Ό, τι σε έκανε χθες να χασμουριέσαι, σήμερα σε γεμίζει χαρά και αγαλλίαση. Χώρος και χρόνος έχουν χάσει τη σημασία τους.

Κοιτάζεις έξω και έχει νυχτώσει. Μένουν λίγες ακόμα σελίδες, αλλά δεν θέλεις να δώσεις τέλος στη χαρά της ανάγνωσης. Βάζεις ένα σημάδι και κλείνεις με ευλάβεια το βιβλίο σαν να λες καληνύχτα στο πιο αγαπητό σου πρόσωπο. Εντούτοις, δεν μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος ότι κρατώντας το πάλι στο χέρι σου θα αισθανθείς την ίδια ηδονή. Μπορεί οι λίγες σελίδες που άφησες παρακαταθήκη για την επόμενη μέρα να μη σε γεμίζουν πλέον χαρά, να μη σου λένε τίποτα. Επομένως τα βάζεις με τον συγγραφέα που τελευταία στιγμή δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες σου. Συνάμα αναρωτιέσαι εάν είναι τελικά εφικτό, άνθρωπος να μπορεί να αιφνιδιάσει με λέξεις συνάνθρωπό του. Τα πάντα είναι μια από τα ίδια, λες και ορκίζεσαι να μην ξαναχάσεις τον χρόνο σου με ανούσια βιβλία. Τι μπορούν να σου μάθουν άλλωστε που να μην το ξέρεις ήδη.

Δεν είναι η ζωή ένα ανοικτό βιβλίο; Τι τα χρειάζεσαι λοιπόν τα πραγματικά βιβλία;

Με όλες αυτές τις σκέψεις στο μυαλό σου δεν μπορείς να ησυχάσεις και να ευχαριστηθείς τον ελεύθερο χρόνο σου που τώρα αφήνεις να περνά χωρίς τη χαρά της ανάγνωσης. Έτσι για μέρες το πέρασμα μπροστά από τη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου σε αφήνει παγερά αδιάφορο· δεν σε ελκύει η ιδέα να μπεις μέσα, μέχρι που κάποια στιγμή το μάτι σου πέφτει πάνω σε ένα εξώφυλλο ή έναν τίτλο που κάνει την καρδιά σου να σκιρτήσει. Έτσι χωρίς λόγο. Δεν καταλαβαίνεις το γιατί, αλλά μέσα σου γεννιέται ξανά η ελπίδα ότι τούτη τη φορά θα βρεις αυτό που ψάχνεις. Θα το πάρεις στα χέρια σου, θα το φυλλομετρήσεις και θα πας στο ταμείο να αποθέσεις μέρος του ημερήσιου ή μηνιαίου μισθού σου για να το αποκτήσεις. Θα το βάλεις στη γνωστή θέση, δίπλα στην πολυθρόνα σου,  και θα το κοιτάς με προσμονή, μέχρι να έρθει η ώρα που θα μπορέσεις να του αφιερώσεις τον χρόνο σου για να ταξιδέψεις μαζί του σε άγνωστα μέρη, ονειρικά, παρέα με ανθρώπους ηρωικούς και σπουδαίους.

Περιμένεις πώς και πώς να ξεκινήσεις την ανάγνωση, να αρχίσεις από την αρχή το ίδιο παιχνίδι. Λες και τόσα χρόνια τώρα δεν έμαθες ότι είναι πολύ πιθανόν να ξανακάνεις το ίδιο λάθος. Εσύ όμως κλείνεις τα μάτια και ξεχνάς το παρελθόν. Στην ουσία δεν διαφέρεις πολύ από τους θαμώνες των μπουζουξίδικων, όπου τίποτα δεν κινείται, εάν δεν τρέξει προηγουμένως άφθονο ουίσκι στο λαρύγγι. Μετά τίποτα δεν είναι άσχημο, παράφωνο ή αποκρουστικό. Μετά όλα φαίνονται όμορφα και ωραία. Με τον ίδιο τρόπο έχεις και εσύ ανάγκη το άτιμο το βιβλίο. Αλλιώς πώς θα τα έβγαζες πέρα με το μεγάλο ανοικτό βιβλίο, τη ζωή;

Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here