Το «Καμία προσευχή για τους πεθαμένους» δεν με άφηνε να ησυχάσω στιγμή. Βρέθηκα μέσα σε μικρά χωριά. Ήχοι από καφενεία, φωνές που συζητούν στα σκοτεινά. Ένα έγκλημα εδώ, ένα μυστήριο πιο πέρα. Οι μέρες άλλαζαν, οι νύχτες μάκραιναν. Οι δολοφονίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Σε κάθε στροφή, ένα καινούργιο ερώτημα. Οι παλιοί θυμήθηκαν, οι νέοι έψαξαν. Η Ελλάδα του ’50 και εκείνη του ’80 ανακατεύτηκαν. Τα φαντάσματα του Εμφυλίου βγήκαν από τους τάφους τους.
Προσωπική άποψη: Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Ο συγγραφέας Γρηγόρης Αζαριάδης, μέσα από τις Εκδόσεις Bell, έπλεξε μια πολυσχιδή ιστορία, δίνοντας φωνή σε πολλούς χαρακτήρες, αστυνόμους, κατοίκους, θύτες, θύματα, ανθρώπους που κουβάλησαν βάρη και μυστικά. Οι ήρωες έδρασαν χωρίς να βιάζονται. Το χωριό Σκοτεινό έγινε κόμβος. Ο παπα-Γρηγόρης, σιωπηλός και επιβλητικός, κράτησε κλειδιά για αλήθειες που κανείς δεν τόλμησε να ομολογήσει.
Τα μυστικά πάντα βγαίνουν στην επιφάνεια όταν δεν τα περιμένεις. Εκδίκηση, αυτοδικία, ανταπόδοση χωρίς έλεος.
Στο «Καμία προσευχή για τους πεθαμένους» οι αστυνομικοί μπλέχτηκαν σε γρίφους. Πραπέτης, Βαλέ και οι ντόπιοι έψαξαν για απαντήσεις. Τα εγκλήματα τρόμαξαν, αλλά και προκάλεσαν ψιθύρους. Κάθε θύμα κουβάλησε το παρελθόν. Ποιος ήταν ο καθένας πριν τον βρει το τέλος; Γιατί τα χωριά γέμισαν αίμα και φόβο; Κανείς δεν ήταν αθώος. Ο καθένας είχε τους λόγους του.
Η εκδίκηση ξεκινά πάντα από έναν ψίθυρο. Μα καταλήγει σε μια κραυγή.
Στα χωριά, οι άνθρωποι γνώριζαν πολλά. Είδαν, μα δεν μίλησαν. Οι γλώσσες λύθηκαν μόνο όταν βρέθηκε ο κατάλληλος ακροατής. Στα καφενεία το χθες ξαναγράφτηκε. Στις ταβέρνες το παρελθόν ζωντάνεψε. Το παρόν χρωμάτισε το χθες με αίμα. Κάθε μαρτυρία, μια κλωστή που έδεσε το σήμερα με το τραύμα της ήττας, της απώλειας, της σιωπής.
Οι χαρακτήρες προχωρούσαν με γρήγορο ρυθμό. Δεν έψαχναν λύτρωση, μόνο δικαίωση. Στις σελίδες, η κινηματογραφική γραφή του Αζαριάδη έσπαγε τη μονοτονία. Διάλογοι μικροί, ατάκες κοφτές, πρωτότυπη προσέγγιση. Λεπτομέρειες που έφτιαχναν ατμόσφαιρα, χωρίς να βαραίνουν το κείμενο. Ό,τι περίσσεψε, κόπηκε. Μόνο τα απαραίτητα έμειναν.
Η ιστορία γράφεται από όσους αντέχουν να τη θυμηθούν.
Οι πρωταγωνιστές στο «Καμία προσευχή για τους πεθαμένους» δεν ζήτησαν λύπηση. Κυνήγησαν την αλήθεια, ακόμα κι όταν αυτή πίκραινε. Πάλεψαν με το παρελθόν. Έγιναν κυνηγοί και θηράματα. Η Μελίνα, ψάχνοντας τις ρίζες της, ξετύλιξε ένα κουβάρι γεμάτο λάθη, ψέματα και προδοσίες. Κάθε βήμα, μια σύγκρουση με όσα νόμιζε δεδομένα.
Οι νεκροί δεν προσεύχονται. Περιμένουν δικαίωση.
Ο συγγραφέας ισορρόπησε το χιούμορ με τη ζοφερή ατμόσφαιρα. Η ειρωνεία φώτισε στιγμές, έδωσε ανάσα. Το «Καμία προσευχή για τους πεθαμένους» δεν προσέφερε εύκολες απαντήσεις. Οδήγησε τον αναγνώστη σ’ έναν λαβύρινθο μυστικών. Κάθε ανατροπή, μια υπόσχεση πως τίποτα δεν τελειώνει αν δεν ειπωθούν όλα.
Τα μυστικά δεν θάβονται. Μόνο περιμένουν τη σωστή στιγμή να επιστρέψουν.
Κλείνοντας το «Καμία προσευχή για τους πεθαμένους» αναρωτήθηκα: Τι αφήνεις πίσω όταν οι πράξεις σου σε κυνηγούν; Πόσες συγγνώμες αρκούν για να σβήσουν το παρελθόν;
Περίληψη: Φεβρουάριος 1950, Σκοτεινό.
Μια πενταμελής ομάδα ηττημένων του εμφυλίου, παρακινούμενη από ένα σύντροφό τους που είναι πλέον ο παπάς του χωριού τους, αποφασίζει να ληστέψει ένα δωσίλογο της περιοχής.
Ένας από αυτούς θα επιστρέψει τα χαράματα και θα ειδοποιήσει τον παπά ότι η ληστεία πήγε στραβά. Η ομάδα όχι μόνο γύρισε στο χωριό χωρίς τα χρήματα, αλλά άφησε πίσω νεκρό τον αρχηγό της, χτυπημένο από την καραμπίνα του δωσίλογου…
Ιανουάριος 1986.
Η Μελίνα Γρηγορίου, την περίοδο που αντιμετωπίζει μια σκευωρία και αναγκάζεται να φύγει από τη δουλειά της κυνηγημένη, μαθαίνει από την ετοιμοθάνατη μητέρα της ότι είναι υιοθετημένη. Και ότι ο μόνος που μπορεί να τη διαφωτίσει για τις ρίζες της αληθινής της οικογένειας είναι ο παπα-Γρηγόρης, που ζει σ’ ένα χωριό που λέγεται Σκοτεινό…
Η Μελίνα αποφασίζει να αναζητήσει την αλήθεια για το παρελθόν της και φεύγει για το Σκοτεινό. Μόνο που το ταξίδι αυτό θα είναι η αρχή μιας σκληρής ιστορίας εκδίκησης και θανάτου…
Στοιχεία βιβλίου
Τίτλος: Καμία προσευχή για τους πεθαμένους
Συγγραφέας: Γρηγόρης Αζαριάδης
Εκδόσεις: Bell
ISBN: 978-960-507-225-4
Σελίδες: 464
Έτος έκδοσης: Μάιος 2025
Επιμέλεια: Ζωή Τσούρα
Δημιουργία κεντρικής εικόνας: Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ