Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου, 2021
More
    Αρχική Ελληνική Λογοτεχνία Οι δρόμοι της λήθης - Χριστίνα Ζέμπη

    Οι δρόμοι της λήθης – Χριστίνα Ζέμπη

    -

    Οι δρόμοι της λήθης. Στενάχωρος τίτλος, μου δημιουργεί εικόνες ανθρώπων που προσπαθούν να ξεχάσουν το παρελθόν, να ζήσουν ήρεμα με όποιο κόστος.

    Προσωπική άποψη: Ζηλιασκοπούλου Βίκυ

    Τρεις νέοι άνθρωποι είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές του βιβλίου. Από τη μια μεριά η Δέσποινα, αστυνομικός. Από την άλλη ο Διομήδης και ο Μάνος, που έχουν υπάρξει τρόφιμοι των φυλακών. Η συγγραφέας μάς περιγράφει τις ιστορίες της ζωής τους με τρόπο εξαιρετικό, πλάθοντας ολοζώντανους χαρακτήρες που πιστεύω είναι αδύνατον να μη συμπαθήσεις. Τους βάζει και βιώνουν όλα όσα μπορεί να συμβούν σε μια ολόκληρη ζωή. Βία, εκμετάλλευση, μοναξιά, απώλεια, φτώχεια και εγκατάλειψη. Και αντίστροφα: αγάπη, φροντίδα, εμπιστοσύνη στον συνάνθρωπο.

    Κάθε πέντε λεπτά κάποιος ληστεύει κάποιον σ’ αυτή την πόλη, δε χωρούν πια οι φυλακές. «Τους πιάνετε και τους αφήνετε», άκουγε η Δέσποινα να λένε κάτι κυριούλες στην τηλεόραση. «Και τι να τους κάνουμε, μαντάμ;» θα ‘θελε πολύ να ρωτήσει. «Στις φυλακές δεν χωράνε ούτε όρθιοι, να τους πάρουμε σπίτι;».

    Οι ζωές τους μπλέκονται, οι ιστορίες τους συναντιούνται και πλέον οι τρεις τους συνεχίζουν τη ζωή τους κάνοντας λάθη και προσπαθώντας να ζήσουν τα όνειρά τους. Κοντά τους και πολλά ακόμα πρόσωπα που τους πλαισιώνουν και παίζουν σημαντικό ρόλο στην πλοκή, για τα οποία επίσης μαθαίνουμε τα απαραίτητα για το παρελθόν τους.

    «Τι κάνεις;» σε ρωτάει ο άλλος. «Ρουτίνα…» λες εσύ κι ούτε που υποψιάζεσαι ότι πρόκειται για έναν ισχυρό μηχανισμό άμυνας που σε γλιτώνει από τον παραλογισμό και την τρέλα, που σε μαθαίνει να λειτουργείς στις πιο άγριες συνθήκες. Αρπάχτηκε από κει. Έγερση. Τουαλέτα. Πρωινό. Εργασία. Μεσημεριανό. Προαυλισμός. Ξανά εργασία. Δείπνο. Τηλεόραση. Κατάκλιση. Φώτα σβηστά. Κάθε μέρα το ίδιο.

    Μου άρεσε πολύ το βιβλίο. Ούτε που κατάλαβα πότε το τελείωσα, το έπιασα στην αργία της Πρωτοχρονιάς και το διάβασα μέσα σε δυο μέρες. Δεν είναι τόσο η ίδια η ιστορία (η οποία είναι από μόνη της πολύ καλή). Κυρίως είναι ο τρόπος που η συγγραφέας σκιαγραφεί τους χαρακτήρες, τόσο που στο τέλος είναι σαν να τους ξέρεις αληθινά. Επίσης, είναι καταπληκτικός ο τρόπος που καταφέρνει και περιγράφει τα συναισθήματά τους. Χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς, χωρίς εκβιασμούς – συγκινήθηκα και στεναχωρήθηκα με τις δυσκολίες τους.

    Δεν υπάρχουν πολλά να πω, είναι λίγοι οι συγγραφείς στη χώρα μας που καταφέρνουν να γράψουν τόσο άρτια κοινωνικά μυθιστορήματα, οπότε πια απλά θα περιμένω (σε μερικά χρόνια φαντάζομαι) το νέο της βιβλίο.

    Η άνοιξη είχε καταλάβει το χωριό απ’ άκρη σ’ άκρη. Τη μύριζες στον αέρα, στους δρόμους, στο ολάνθιστο κοιμητήρι.

    Περίληψη: Τι κοινό μπορεί να έχουν μια δυναμική υπαστυνόμος, ένας ρομαντικός δάσκαλος, ένας θαμώνας των φυλακών, μια καταπιεσμένη νοικοκυρά κι ένας κουκουλοφόρος;

    Στην Αθήνα της κρίσης μια γυναίκα εξαφανίζεται κι η εξαφάνισή της συμπίπτει με μια καλοστημένη ληστεία. Στην προσπάθειά της να τη βρει, η υπαστυνόμος Δέσποινα Καρανικόλα θα συναντήσει ξανά έναν παλιό της γνώριμο, τον Διομήδη Δανέλλη, τον άνθρωπο που από λάθος έστειλε η ίδια πριν από λίγα χρόνια στη φυλακή. Μαζί του θα ζήσει έναν μεγάλο έρωτα, όμως ο Διομήδης δεν είναι πια ο ίδιος. Και πώς να είναι; Η ζωή του διαλύθηκε κι οι αγαπημένοι του τον ξέχασαν. Μόνο ο Μάνος, μόνιμος θαμώνας των φυλακών, στάθηκε δίπλα του, κι αυτόν πλέον ο Διομήδης τον λογαριάζει γι’ αδελφό. Στο ίδιο σταυροδρόμι της ζωής κι ο Δημητράκης, που προσπαθώντας να ξεφύγει από τον εαυτό του, μπλέκεται με τους κουκουλοφόρους της πλατείας Εξαρχείων.

    Ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες, οι ζωές των ηρώων διασταυρώνονται και διανύουν κοινούς δρόμους. Έτσι, θα ανακαλύψουν τον εαυτό τους, θα εξελιχθούν και θα προσπαθήσουν ν’ αλλάξουν. Κι υπάρχουν συναισθήματα που σταθερά μας οδηγούν απ’ το σκοτάδι στο φως. Ο έρωτας. Η αγάπη. Η φιλία. Μόνο που καμιά φορά γίνονται η αιτία ώστε η πορεία μας να είναι αντίστροφη.

    …Έβρεχε όταν βγήκα στον δρόμο. Καλύτερα. Τα δάκρυα φωλιάζουν στη βροχή όπως οι ψιχάλες στη θάλασσα κι η θλίψη στη συννεφιά σαν τις χιονονιφάδες στο λευκό μάρμαρο. Φόρεσα την κουκούλα του φούτερ κι έγινα πάλι ο Κανένας. Τάχυνα το βήμα ως τον σταθμό του ηλεκτρικού στο Μαρούσι.

    Σ’ όλη τη διαδρομή κοιτούσα τις σταγόνες να σχηματίζουν ρυάκια στα τζάμια του βαγονιού. Στην Ομόνοια το τρένο άδειασε και ξαναγέμισε σε δευτερόλεπτα. Ένα πρεζόνι μου ’χωσε στο πρόσωπο το απλωμένο του χέρι μαζί με μια θλιβερή ιστορία. Του ’δωσα σχεδόν ό,τι είχα πάνω μου. Οι συνεπιβάτες μου με κοίταζαν με μια δόση υπεροψίας και μπόλικο οίκτο. Το ξέρω πως οι ιστορίες των ζητιάνων είναι ψεύτικες. Τι σημασία έχει; Πίσω τους κρύβονται άλλες, αληθινές, όχι λιγότερο θλιβερές.

    Ιστορίες σαν τη δική μου. Σαν όλων μας…

    Οι δρόμοι της λήθηςΣτοιχεία βιβλίου

    Τίτλος: Οι δρόμοι της λήθης

    Συγγραφέας: Χριστίνα Ζέμπη

    Εκδόσεις: Διόπτρα

    ISBN: 978-960-605-760-1

    Σελίδες: 560

    Ημερομηνία Έκδοσης: 2019

    Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here