Συνέντευξη – Βασιλική Γεωργίου
Σήμερα, στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, φιλοξενούμε τη συγγραφέα Βασιλική Γεωργίου με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου της παιδικού βιβλίου από τις Εκδόσεις Υδροπλάνο, με τίτλο «Φανσίλιο».
Συνέντευξη
Ρωτάει η Αγγελίνα Παπαθανασίου
Καλησπέρα. Ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας παραχωρείτε. Συστήνεστε στο αναγνωστικό κοινό με το πρώτο σας παιδικό βιβλίο. Πώς προέκυψε η συγγραφή στη ζωή σας; Ήταν όνειρο ζωής που έγινε πραγματικότητα ή ήρθε τυχαία;
Β.Γ.: Καλώς σας βρήκα. Εγώ ευχαριστώ τη σελίδα σας που με ανάγκασε γλυκά να ξεμυτίσω από την άμαξα του Φανσίλιο που είχα βολευτεί αρκετά χρόνια, μέχρι τη στιγμή, αυτή την καταπληκτική στιγμή της ζωής μου που ο εκδοτικός οίκος Υδροπλάνο πρόσεξε αυτή την άμαξα και προφανώς σκέφτηκε ότι μπορούμε να συνταξιδέψουμε. Η συγγραφή στη ζωή μου ήρθε και με βρήκε στην κυριολεξία ένα βράδυ μέσα στον παραμυθένιο χώρο της δουλειάς μου, κατεβαίνοντας περίπου έξι σκαλοπάτια, συστηθήκαμε, ανταλλάξαμε απόψεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, και όταν έφυγε είχα ανακαλέσει στη μνήμη μου όλα τα αρώματα της φύσης, παιδικές φωνές, χρώματα και φόβους της παιδικής μου ηλικίας. Δεν ήταν σίγουρα τυχαίο. Δεν πιστεύω στην τύχη. Απλά έδωσα σημασία και σε μια άλλη πλευρά μου, που ως εκείνο το βράδυ δεν την είχα προσέξει και μεγαλώναμε κρατώντας μυστικά η μία από την άλλη.
Το βιβλίο σας κινείται στα πλαίσια του μαγικού ρεαλισμού. Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για να γεννηθεί η ιστορία που μας αφηγείστε;
Β.Γ.: Είναι έτσι. Ο μαγικός ρεαλισμός διαταράσσει ακριβώς την ήρεμη καθημερινότητα των ανθρώπων, της γειτονιάς, του δάσους, των ήχων… Διαταράσσονται από κάτι φανταστικό, και οι ήρωες, ενώ κινούνται σε ένα πραγματικά αληθινό χωριό, όπως το Λαμπερό χωριό εδώ στην ιστορία μας, αποκτούν περίεργα χαρίσματα και έτσι δημιουργείται μια ατμόσφαιρα με έντονα μαγικές εικόνες. Η αλήθεια είναι πως επηρεάστηκα αρκετά από τη ζεστή σχέση που είχα με όλο αυτό το βασίλειο που είχα κτίσει στη δουλειά μου, που το αγάπησαν μικροί και μεγάλοι. Όλες οι κούκλες, οι μαριονέτες, τα ξύλινα κουκλόσπιτα, οι μπίλιες, τα κάστρα, οι ζωγραφιές, οι πορσελάνες, τα στρατιωτάκια… Είχαμε γίνει ένα. Άρα το Φανσίλιο ήταν το δικό μου βασίλειο και γράφτηκε εκεί, μαζί τους. Το Λαμπερό χωριό, που είναι ο τόπος που εξελίσσεται η ιστορία με τους ήρωες, είναι το χωριό της μητέρας μου λίγο πιο πάνω από την Καρδίτσα, που γεννήθηκα και μεγάλωσα.
Διαβάστε την άποψή μας για το βιβλίο: Φανσίλιο
Παραμυθένια είναι και η εικονογράφηση του βιβλίου σας, που δένει απόλυτα με το κείμενο. Θέλετε να μας μιλήσετε για τη συνεργασία σας με την εικονογράφο Νανά Παπαδοπούλου;
Β.Γ.: Δεν θα μπορούσα να μη μιλήσω για την εικονογράφηση. Νιώθω πως δεν αφορά μόνο εμένα, αλλά και τους μικρούς μου φίλους που κάποια στιγμή θα το ξεφυλλίσουν. Η αισθητική των παιδικών βιβλίων είναι κάτι που πάντα με απασχολούσε. Σέβομαι και το παραμικρό λεπτό που τα μάτια ενός μικρού παιδιού θα δώσουν χρόνο στο βιβλίο μου να παίξει με τον ευαίσθητο κόσμο του. Υπάρχει μια υπερβολή στις περιγραφές μου και γίνομαι σχολαστική με τις λεπτομέρειες και αυτό το κάνω για να δημιουργήσω έντονα μαγικές εικόνες που σχεδόν να νιώθει ο αναγνώστης το μεθυστικό άρωμα από τα ανθισμένα ρολογάκια ή αλλιώς παθανθέδες του Λαμπερού χωριού. Είχα αγχωθεί πολύ με το κομμάτι της εικονογράφησης.
Το Φανσίλιο δεν θα το έδινα πουθενά εάν δεν το ζωντάνευε κάποιος όπως το είχα πλάσει στο μυαλό μου. Και να μην ήξερα πώς είναι ένας ήρωας της ιστορίας, σίγουρα θα τον αναγνώριζα μόλις τον συναντούσα. Αυτό ακριβώς έκανε η Νανά Παπαδοπούλου. Δάκρυζα κάθε φορά που μου σύστηνε έναν-έναν τους ήρωες με τα χρώματά τους και με λεπτομέρειες που, ενώ δεν φλυαρούν, παραμένουν ευαίσθητα πλούσιες. Απλώνει τα χρώματα σαν να κυλούν στους τόπους που περιγράφει το Φανσίλιο. Είχε την τόλμη να αναζητήσει με το ταλέντο της αυτή τη μυστήρια παραμυθένια ατμόσφαιρα που είχα δημιουργήσει στις γραμμές του βιβλίου μου, που τώρα το νιώθω βιβλίο μας. Με έχει συγκινήσει πολύ ο τρόπος που αγάπησε και έντυσε το Φανσίλιο. Της χρωστώ γι’ αυτό και ξέρω πως θα συνοδεύει και τις μελλοντικές δουλειές μου.
Ποια ήταν τα βιβλία που σας κρατούσαν συντροφιά στην παιδική και εφηβική σας ηλικία;
Β.Γ.: Οι γονείς μου δεν είχαν σχέση με το βιβλίο και το μόνο έντυπο που έμπαινε στο σπίτι ήταν η εφημερίδα του πατέρα μου για τις ώρες που θα ξεκουραζόταν μετά από κουραστική δουλειά και περιοδικά της μητέρας μου, που δεν θυμάμαι ακριβώς, νομίζω Φαντάζιο και Ρομάντζο. Παρ’ όλα αυτά, από μικρή θυμάμαι με τη μεγαλύτερη αδερφή μου να είμαστε μέσα στον Ιούλιο Βερν και να βυθιζόμαστε μαζί του, τους μύθους του Αισώπου να μας διασκεδάζουν απίστευτα, ενώ τα παραμύθια του Άντερσεν πρέπει να με έκαναν να κλάψω αρκετές φορές και να ανησυχώ για το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα». Αγαπημένα μου όμως υπήρξαν η «Βασίλισσα του χιονιού» και «Τα ασημένια πατίνια». Πιο μετά όμως, ήρθαν πολλά, πολλά κόμικς, ήρθε ο Λουντέμης, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Δεν έχουν τελειωμό. Θα αναφέρω οπωσδήποτε τη «Σειρά από ανεξήγητα γεγονότα» του αγαπημένου μου Λέμονι Σνίκετ, αλλά με ξεκουράζει ακόμη και σήμερα «Η πτώση του φύλλου που το έλεγαν Φρέντυ», μια ιστορία για όλες τις ηλικίες.
Τι στοιχεία κατά την άποψή σας πρέπει να διαθέτει ένα καλό παιδικό βιβλίο;
Β.Γ.: Πιστεύω πως δεν υπάρχει συνταγή και καλώς δεν υπάρχει, για να μη γίνεται αντιγραφή. Διδάσκεται όμως. Τι διδάσκεται; Η δημιουργική γραφή. Ποια στοιχεία όμως των δασκάλων ή των συγγραμμάτων θα κουμπώσουν πάνω σε αυτόν που θα επιχειρήσει να γεμίσει σελίδες που στόχο θα έχουν το παιδί; Ξέρετε, το σκηνικό μιας φανταστικής ιστορίας για παιδιά υπάρχει μέσα στον συγγραφέα ή δεν υπάρχει. Και τα κομμάτια που συνθέτουν αυτό το σκηνικό είναι το οικείο και το εξωπραγματικό. Οικείο, για να νιώσουν τα παιδιά ασφάλεια, έτσι ώστε να μπορέσουν να κάνουν το ταξίδι τους σε έναν φανταστικό κόσμο. Είναι μια ωραία πρόκληση αυτό για το παιδί, γιατί δίνοντάς του έναν ήρωα φανταστικό, όπως ο Δάσκαλος Ναβούριος στο Φανσίλιο σε μια παραμυθένια χώρα που ταξιδεύει μάλιστα, το τοποθετείς να βλέπει τον δικό μας πραγματικό κόσμο μέσα από τα μάτια ενός φανταστικού κόσμου. Πώς δηλαδή φαίνεται ο κόσμος μας σε αυτά τα διαφορετικά πλάσματα.
Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια;
Β.Γ.: Η μικρή παρέα των παιδιών στο Λαμπερό χωριό ετοιμάζεται να μπει σε καινούργια περιπέτεια, που θα τους ταξιδέψει σε μια άλλη χώρα. Εκεί θα τους οδηγήσει μια εξαιρετικά παράξενη φιγούρα, που το μαγικό χέρι της Νανάς Παπαδοπούλου, αλλά και η αποδοχή από μέρους του εκδοτικού μου προς τη δουλειά μου, σύντομα θα φέρει το καινούργιο μου βιβλίο στα βιβλιοπωλεία. Τρέφω βαθύτατη εκτίμηση και στους δύο, αλλά και στον άνθρωπο που κατάλαβε και σέβεται τη δουλειά μου, τη Σοφία Θάνου, έναν ξεχωριστό άνθρωπο, που είναι στη διεύθυνση του Εκδοτικού Υδροπλάνο.
Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη, θα θέλατε να πείτε κάτι στους αναγνώστες μας;
Β.Γ.: Οι αναγνώστες μου δεν θέλω να κουράζονται με τον χείμαρρο της χαράς μου για τη δουλειά μου. Μου αρκεί να τους αγγίξει. Και εγώ θα είμαι εδώ να εύχομαι να είναι υγιείς και να φροντίζω για τη διαφορετική οπτική του κόσμου με τη βοήθεια της πένας μου.
Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας και σας εύχομαι καλή δημιουργική συνέχεια.
Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα
Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ