Τρία μαύρα νούφαρα
Προσωπική άποψη: Βίκυ Ζηλιασκοπούλου
Καταρχήν να πω ότι το βιβλίο έχει καταπληκτικό εξώφυλλο. Μπράβο σε όποιον το σκέφτηκε, ταιριάζει απόλυτα με την κεντρική ιδέα του βιβλίου και επίσης είναι πανέμορφο.
Και κάπου εδώ τελειώνουν όσα μου άρεσαν.
Δεν ξέρω, ήταν πάρα πολύ κουραστικό. Μέχρι περίπου τη σελίδα 200, και μιλάω ειλικρινά, ο μόνος λόγος που το συνέχισα ήταν οι πολλές εκθειαστικές κριτικές που έχω διαβάσει. Στην ουσία, διάβαζα και περίμενα πότε θα φτιάξει η υπόθεση, πότε θα μου αρέσει ή θα συμπαθήσω έστω και έναν από τους πρωταγωνιστές και πότε θα σταματήσει να είναι τόσο «επίπεδο». Λίγο πριν τη μέση του αρχίζει και γίνεται λίγο πιο ενδιαφέρον, αλλά όχι κάτι τρομερό, μη φανταστείς ότι το διάβαζα τρώγοντας τα νύχια μου από την αγωνία. Αφού δεν ξεφώναξα τον άντρα μου ούτε μια φορά που «μου μιλάει την ώρα που βλέπει ότι διαβάζω…».
Άσε που με ζάλισε με τις περιγραφές για το Ζιβερνί και τους ζωγράφους που ζήσανε ή περάσανε από εκεί, και για τους πίνακες των ζωγράφων και για τον Μονέ. Δεν μπορώ, τα βαριέμαι αυτά, δεν με ενδιαφέρει καθόλου μα καθόλου η ιστορία της τέχνης (έτσι την είχα πατήσει και με την Καρδερίνα της Donna Tart, με τη διαφορά όμως ότι εκεί η υπόθεση μου άρεσε περισσότερο).
«Πιο κάτω στο ρέμα, το χρώμα διαλύεται, μπερδεύεται με την πράσινη ατίθαση βλάστηση που κρέμεται από τις όχθες, με τις ωχρές ρίζες από λεύκες και ιτιές. Ένα λεπτό ξέθωρο αποχρωμα- τισμένο κόκκινο…
Όμορφο θέαμα.
Το τέλος; Εντάξει, το τέλος είναι αρκετά εντυπωσιακό θα έλεγα. Ή μάλλον, όχι το τέλος, όχι ακριβώς. Κάποιες σελίδες λίγο πριν το τέλος έχουν μια ανατροπή η οποία είναι αρκετά εντυπωσιακή. Μετά από αυτό όμως ξαναρχίζει μια πολυλογία περίπου 10 σελίδων (απ’ ό, τι θυμάμαι, δεν πρόκειται να πάω να ανοίξω το βιβλίο για να δω πόσες ακριβώς είναι) την οποία θα μπορούσε να συνοψίσει σε μισή σελίδα και να με αφήσει να κλείσω το βιβλίο με μια πιο ευχάριστη εντύπωση.
Ξέρεις τι νομίζω; Ότι του ήρθε στο μυαλό πρώτα η ανατροπή και πάνω σε αυτήν έψαξε τρόπο να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο. Ναι, μπράβο του, αλλά αρκεί αυτό; Ας έγραφε ένα διήγημα 100, άντε 150 σελίδων. Τις υπόλοιπες τι τις ήθελε; Αυτό που εννοώ, είναι ότι εγώ προσωπικά όταν έφτασα στις τελευταίες σελίδες ήμουν τόσο κουρασμένη και είχα βαρεθεί τόσο πολύ, που δεν σώζονταν πια η κατάσταση.
Μόνο που το κόκκινο αυτό δεν προέρχεται από μια παλέτα που κάποιος ζωγράφος ξέπλυνε στο ποτάμι, αλλά από το τσακισμένο κρανίο του Ζερόμ Μορβάλ. Βίαια τσακισμένο, μάλιστα. Το αίμα κυλάει από μια βαθιά εγκοπή στο πάνω μέρος του κρανίου του, ευκρινή, πεντακάθαρη, ξεπλυμένη από το ρυάκι του Επτ μέσα στο οποίο βρίσκεται βυθισμένο το κεφάλι του.»
Να πω επίσης ότι δεν μου έφταιξε σε τίποτα η μετάφραση. Δεν ήταν αυτό το πρόβλημα (πολλές φορές συμβαίνει με τα μεταφρασμένα βιβλία, να χάνουν πολύ στη μετάφραση). Όλο το πρόβλημα ήταν στην στασιμότητα της πλοκής και στις περιγραφές, με κούρασε.
(Και κλείνοντας θα το πω και ας φωνάξετε όσο θέλετε: το συναίσθημα που μου έμεινε αφού διάβασα όλο το βιβλίο και πια το έκλεισα, είναι ότι ο συγγραφέας με εξαπάτησε, μου έκρυψε βασικά στοιχεία και με κορόιδεψε για να πετύχει το σκοπό του!).
Περίληψη: ΕΝΑΣ ΦΟΝΟΣ
ΕΝΑ ΧΑΜΕΝΟ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ
ΤΡΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΞΕΡΟΥΝ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
Σ’ ένα χωριό ζούσαν τρεις γυναίκες. Η πρώτη ήταν κακιά, η δεύτερη ήταν ψεύτρα, η τρίτη ήταν εγωίστρια. Κι όμως, είχαν ένα κοινό σημείο, κάτι σαν μυστικό…
Όλα είναι μια ψευδαίσθηση, ιδίως όταν ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών πολλαπλασιάζει τις ενδείξεις και περιπλέκει τα στοιχεία.
Ωστόσο οι φόνοι που ταράζουν την ηρεμία του Ζιβερνί, αγαπημένου τόπου του ζωγράφου Κλοντ Μονέ, είναι απολύτως αληθινοί.
Στο επίκεντρο της ιστορίας, τρεις γυναίκες: ένα κοριτσάκι έντεκα χρονών με ταλέντο στη ζωγραφική, μια ιδιαίτερα γοητευτική νεαρή δασκάλα και μια ηλικιωμένη με μάτια κουκουβάγιας, που παρακολουθεί τα πάντα. Και ένα θανάσιμο πάθος.
Με φόντο φήμες για πίνακες χαμένους ή κλεμμένους, μεταξύ των οποίων και οι περίφημες Μαύρες νυμφαίες του Μονέ, θολές εικόνες δημιουργούνται καθώς μπερδεύεται το παρελθόν με το παρόν.
Ένα εντυπωσιακό αστυνομικό μυθιστόρημα που κάθε του πρόσωπο αποτελεί ένα δυσεπίλυτο αίνιγμα.
Τα «Τρία μαύρα νούφαρα» έχουν τιμηθεί με πέντε λογοτεχνικά βραβεία, ενώ μεταφράζονται ήδη σε άλλες δώδεκα χώρες.
Στοιχεία βιβλίου:
Τίτλος: Τρία μαύρα νούφαρα
Συγγραφέας: Μισέλ Μπισί
Εκδόσεις: Κέδρος
Μετάφραση: Γούλα Κατερίνα
Έτος έκδοσης: 2016
Σελίδες: 488
ISBN: 978-960-04-4764-4
Τίτλος πρωτότυπου: Nymphéas Noirs
Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ